Πως θα λήξει αυτή η ελληνοτουρκική κρίση που διαδραματίζεται στο σύμπλεγμα του Καστελορίζου; Με πόλεμο; Η ιστορία των σύγχρονων πολέμων που έχουν ως αποτέλεσμα την κατάκτηση εδαφών υποδηλώνει ότι η καλύτερη εκτίμηση προκύπτει από τη συμβολή δύο συμπερασμάτων που μπορεί να φαίνονται αντιφατικά. Η πιθανότητα ενός πολέμου είναι μεν πολύ χαμηλή έως ελαχίστη, αλλά ο τύπος κρίσης που χαρακτηρίζει ένα μικρό κομμάτι γης ως καθοριστικό στοιχείο, όπως το μικρό σύμπλεγμα νήσων του Καστελορίζου, το οποίο προσδίδει καθοριστικά κυριαρχικά δικαιώματα, παραμένει το πιο σημαντικό μονοπάτι για πόλεμο μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος. Η σχέση μεταξύ κατάκτησης και πολέμου είναι τόσο ισχυρή που ακόμη και τα μικρά νησάκια είναι πιο επικίνδυνα από άλλα είδη συγκρούσεων σε έναν κόσμο όπου οι μεγαλύτερες κατακτήσεις είναι σπάνιες. Οπότε ένας αρχικά μη βίαιος ανταγωνισμός για την ανάληψη στρατιωτικών θέσεων που θα προσδίδουν το τακτικό πλεονέκτημα στην εν λόγω περιοχή εκτιμάται ότι θα κορυφωθεί.

Η κρίση των Ιμίων, ήταν ένα τέλειο επιχειρησιακό παράδειγμα για την πρόβλεψη του επόμενου πιθανού πολέμου. Όσοι ασχολούμαστε με τη στρατηγική και ασφάλεια, αναγνωρίζουμε ότι το φάσμα των μελλοντικών δυνατοτήτων μας, με απλά λόγια θα λέγαμε πως, είναι μια πολύ περίπλοκη εξίσωση η οποία εξαρτάται κατά κύριο λόγο από μη αναγνωρίσιμες αιτίες και υπόκειται σε ανθρώπινα ελαττώματα και αδυναμίες για να παρέχει ακόμη και ένα ελάχιστο βαθμό εμπιστοσύνης στις περισσότερες προβλέψεις. Ωστόσο, η πολιτικοστρατιωτική ηγεσία πρέπει να οραματίζεται και να προετοιμάζεται για τους πολέμους του μέλλοντος. Οι αποφάσεις σχετικά με την υψηλή στρατηγική και τη χρήση σκληρής ισχύος, η πρόσκτηση νέων οπλικών συστημάτων, ο σύγχρονος αμυντικός εξοπλισμός, τα δόγματα μάχης και η στρατιωτική εκπαίδευση απλά δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι να ξεσπάσει ο επόμενος πόλεμος. Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι με σκοπό να αποφύγουμε να είμαστε εντελώς λάθος. Η ιστορία του πολέμου μας ενημερώνει πως ο αιφνιδιασμός είναι σημαντική αρχή, καθώς ακόμη και οι καλύτερα εκπαιδευμένοι στρατοί ανακαλύπτουν ότι οι πρώτες ώρες της μάχης μπορούν να ξεδιπλωθούν με εκπληκτικά απρόβλεπτους τρόπους. Αυτό σημαίνει ότι, πάνω απ’ όλα, οι στρατιωτικοί πρέπει να είναι σε θέση να προσαρμοστούν σε απρόβλεπτες και ευμετάβλητες συνθήκες.

Η προσαρμοστικότητα, η προβλεπτικότητα, ο προγραμματισμός και η προνοητικότητα ήταν ανέκαθεν βασικό χαρακτηριστικό των επιτυχημένων στρατηγικών. Αυτές οι αρχές γίνονται όλο και πιο ζωτικής σημασίας για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΕΕΔ) καθώς θα αντιμετωπίσουν τις συγκρούσεις του 21ου αιώνα, για τουλάχιστον τρεις κυρίως λόγους:

Πρώτον, ο Ελληνισμός βρίσκεται σε ένα περιβάλλον τεράστιας στρατηγικής αβεβαιότητας. Ο ανταγωνισμός ισχύος έχει επιστρέψει, καθώς η Τουρκία επιδιώκει να αναδιαμορφώσει τις περιφερειακές της ορέξεις -και πιθανώς ακόμη και την παγκόσμια τάξη- προς όφελός της. Η επιθετικότητα της, συνεχίζει να παρουσιάζει ασταθείς και απρόβλεπτες απειλές. Επιπλέον, η αποσταθεροποίηση των παγκόσμιων τάσεων όπως το μεταναστευτικό κύμα και η αυξανόμενη ένταση στη Μέση Ανατολή μπορεί να οδηγήσουν σε εκτεταμένη πολιτική αναταραχή, με απρόβλεπτες στρατηγικές συνέπειες.

Δεύτερον, οι μελλοντικοί πόλεμοι θα περιλαμβάνουν εκτός των χερσαίων και αεροναυτικών επιχειρήσεων, δύο εντελώς νέες διαστάσεις  πολέμου, το διάστημα και τον κυβερνοχώρο. Παρόλο που αυτές οι δραστηριότητες έχουν αναδυθεί σε αυτούς τους τομείς εδώ και δεκαετίες, οι ΕΕΔ άργησαν να τις χρησιμοποιήσουν για να υποστηρίξουν τις χερσαίες, θαλάσσιες και αεροπορικές επιχειρήσεις με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε πολύ πίσω από το επιθυμητό επίπεδο αφομοίωσης. Διεθνώς πολλές κρίσιμες στρατιωτικές τεχνολογίες εξαρτώνται τώρα από το διάστημα και τον κυβερνοχώρο που αυτές οι δύο νέες παράμετροι αναμφίβολα θα υποστηρίξουν πεδία μάχης σε οποιαδήποτε μελλοντική σύγκρουση με έναν τεχνολογικά εξελιγμένο αντίπαλο. Ο πόλεμος στον κυβερνοχώρο θα δημιουργήσει ιδιαίτερες προκλήσεις, καθώς καθιστά την απόσταση και το μέγεθος αδιάφορα στοιχεία και λειτουργεί κυριολεκτικά με την ταχύτητα του φωτός. Ο πόλεμος στο διάστημα και στον κυβερνοχώρο θα απαιτήσει εξαιρετικά προσαρμόσιμες στρατιωτικές δυνάμεις των ΕΕΔ, καθώς η ιστορία δεν προσφέρει καμία καθοδήγηση σχετικά με τις προκλήσεις που μπορεί να προκύψουν.

Τρίτον, ζούμε σε μια εποχή όπου οι αλλαγές είναι αστραπιαίες. Η δυναμική και οι τεχνολογίες της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης μεταμορφώνουν τον κόσμο γύρω μας με πρωτοφανή ταχύτητα. Αυτές οι δυναμικές φέρνουν επανάσταση σε πολλές πτυχές και μεταμορφώνουν τον χαρακτήρα του πολέμου. Η εμφάνιση νέων οπλικών συστημάτων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών, υπερηχητικών και κατευθυνόμενων με ακτίνες λέιζερ βλημάτων, όπου η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζει συλλογικά σύνθετες νέες προκλήσεις για στρατιωτικούς σχεδιαστές, μας καθιστά σχεδόν αδύνατο να προβλέψουμε με ακρίβεια πώς θα είναι ο επόμενος πόλεμος. Ως αποτέλεσμα, αυτό που αποκαλούμε, κενό προσαρμογής -δηλαδή το χάσμα μεταξύ του προβλεπόμενου πολέμου και του πραγματικού πολέμου που ξεδιπλώνεται- αυξάνεται.

Ο Ελληνισμός (Ελλάς-Κύπρος) παραμένει μια θαλάσσια δύναμη, ενώ ο αντίπαλος του επικεντρώνεται στη θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου τουλάχιστον προς το παρόν, ενισχύοντας τις επιθετικές και αμυντικές αεροναυτικές του ικανότητες, για να μας αμφισβητήσουν. Οι Τούρκοι μπορούν να επικεντρωθούν στον προγραμματισμό ενός αεροναυτικού πολέμου με την Ελλάδα ως τον κύριο εχθρό τους, ενώ εμείς  πρέπει να σχεδιάσουμε και για τις πρόσθετες προκλήσεις που θέτουν οι μη κρατικοί φορείς, όπως η τρομοκρατία, η πειρατεία και η παράνομη είσοδος μεταναστών. Επιπροσθέτως, το κενό προσαρμογής δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα στην Ελλάδα, επιδιώκοντας γενικά να υπερασπιστεί τη θέση της και εκείνες των Κυπρίων αδελφών (στο πλαίσιο του ενιαίου αμυντικού χώρου) στην υπάρχουσα διεθνή τάξη. Αλλά οι επιτιθέμενοι που επιδιώκουν να αλλάξουν το status quo  έχουν δυο σημαντικά πλεονεκτήματα.  Της «πρώτης κίνησης και γεωγραφικής εγγύτητας», καθώς μπορούν να χρησιμοποιήσουν το στοιχείο του αιφνιδιασμού για να επιτεθούν, και να διαταράξουν γρήγορα, την αμυντική μας γραμμή. Καταλήγουμε  στο συμπέρασμα, ότι ο κύριος αντίπαλος του Ελληνισμού, για καλύτερη στρατηγική αντιμετώπισής του συνεπάγεται ότι θα αναγκάσει τις ΕΕΔ να προσαρμοστούν σε έναν ταχέως κινούμενο εχθρό που θα επιτίθεται με απροσδόκητους τρόπους.

Για τους παραπάνω λόγους, για την έγκαιρη προειδοποίηση των κινήσεων του εχθρού, ώστε να εκμηδενίσουμε τα αναφερόμενα πλεονεκτήματα του, αναγκαζόμαστε να έχουμε ακριβή και πολυπληθή δικτυακά συστήματα θαλάσσιας επιτήρησης συνεπικουρούμενα από πλοία για έλεγχο και όποτε χρειαστεί για απαγόρευση περιοχής με σκοπό το όλο σύστημα να  είναι αρκετά προσαρμόσιμο για τους αεροναυτικούς πολέμους που θα αντιμετωπίσουμε στο μέλλον. Και παρόλο που το δίκτυο ελέγχου στο Αιγαίο παρουσιάζει σίγουρα πολλά πλεονεκτήματα, η εκτίμησή μας για την προσαρμοστικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, και στους τρεις κρίσιμους τομείς της επιτήρησης, της τεχνολογίας και της διοίκησης/ελέγχου, μας οδηγούν να ανησυχούμε πολύ για το ότι οι ΕΕΔ δεν θα είναι αρκετά προσαρμοσμένες  για να επικρατήσουν, κυρίως λόγω μη διαθεσιμότητας πόρων, όπως για παράδειγμα αεροσκαφών επιτηρήσεως ναυτικής συνεργασίας και σύγχρονων μονάδων κρούσεως (Φ/Γ) με δυνατότητα άμυνας περιοχής.

Πώς όμως, θα αποτρέψουμε την εις βάρος μας  ισορροπία ισχύος; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Το πρόβλημα είναι, ότι αυτή η ερώτηση τίθεται μερικές δεκαετίες αργότερα. Τα εξοπλιστικά προγράμματα έχουν καθυστερήσει και η δομή δυνάμεων του Πολεμικού Ναυτικού είναι πλέον παρωχημένη. Σήμερα στη δομή δυνάμεως του ΠΝ διαθέτουμε 13 Φρεγάτες εκ των οποίων οι 9 είναι ηλικίας 42 περίπου ετών, ενώ οι υπόλοιπες 4 χρίζουν εκσυγχρονισμού μέσης ζωής. Το επιχειρησιακό έργο όπως και η περιοχή ενδιαφέροντος της Ελλάδος πέραν του Αιγαίου και εφόσον συμπεριλάβουμε και τον ενιαίο αμυντικό χώρο με την Κύπρο έχει ουσιαστικά υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα, γι’ αυτό και ένας αριθμός 20 σύγχρονων φρεγατών θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ξεκάθαρο εξοπλιστικό στόχο για την επόμενη εικοσαετία. Το νούμερο 20, αν και εκ πρώτης φαίνεται μαξιμαλιστικό, είναι ρεαλιστικό και απορρέει από τις αυξημένες απαιτήσεις των αποστολών και των έργων που καλείται ο Στόλος να αναλάβει. Οι περισσότερες κύριες μονάδες κρούσεως στο Πολεμικό Ναυτικό έχουν ξεπεράσει το όριο ζωής τους και διατηρούνται χάριν του φιλότιμου, της τόλμης, της ορμητικότητας και του υψηλού επαγγελματισμού του προσωπικού. Η σωστή ερώτηση για σήμερα είναι: Ο Ελληνισμός θα υποστηρίξει τα κυριαρχικά του δικαιώματα, μόνο με το φιλότιμο;

Οι πολιτικές μέχρι σήμερα, έχουν αναλύσει τις αιτίες, τη δυναμική και τις επιπτώσεις του τουρκικού εξαναγκασμού για δεκαετίες,  επικεντρωμένοι κυρίως στη χρήση της στρατιωτικής ισχύος για να πιεσθεί ένα κράτος να αλλάξει τη συμπεριφορά του. Παράλληλα, βλέπουμε τις νέες εξελίξεις, τόσο θεωρητικές όσο και πολιτικές να επικεντρώνονται και σε άλλα εργαλεία πλην της στρατιωτικής ισχύος. Τέτοια είναι η τρομοκρατία, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), o πόλεμος στον κυβερνοχώρο, η κατασκοπεία και η αναγκαστική ροή μετανάστευσης. Όλα αυτά έχουν γίνει πιο εμφανή τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί εκτενώς ή συστηματικά. Απαιτείται νέα σκέψη στην υψηλή στρατηγική με σκοπό να αντιμετωπίσουμε όλες αυτές τις νέες απειλές.

Ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς είναι Senior Researcher  of Strategy International και Member of Institute for National and international Security.