Έλεγχος του Πετρελαίου[1] – Κυβερνώντας τον Κόσμο!

Συγγραφείς: Dr. Anshuman Gupta και Surbhi Arora

Επιμέλεια: Ιωάννης Βιδάκης

Εισαγωγή
           Το πετρέλαιο είναι το πιο σημαντικό αγαθό στον κόσμο. Η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία θα ήταν απλά αδύνατη χωρίς αυτό. Πετρέλαιο και φυσικό αέριο είναι τα καύσιμα για τον σύγχρονο καπιταλισμό. Αυτά αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της ζωής μας, που συχνά τα θεωρούμε δεδομένα. Με την αύξηση των τιμών στην αγορά του πετρελαίου, έχει γίνει μια προσοδοφόρα πηγή και εκατομμύρια δολαρίων επενδύονται στην έρευνα και την παραγωγή, στη ναυτιλία και στον εξευγενισμό του. Ωστόσο, η ιστορία του πετρελαίου έχει αμαυρωθεί με την βία, τις συγκρούσεις, την καταπίεση και τον παρεμβατισμό. Ο κύριος λόγος γι΄ αυτό μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι αυτός ο πολύτιμος πόρος, το μαύρο διαμάντι, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλον τον πλανήτη. Ορισμένες γεωγραφικές περιοχές είναι προικισμένες με περισσότερες ποσότητες αυτού του πόρου και άλλες περιοχές εξαρτώνται από τις πρώτες, για την κάλυψη της ζήτησής τους.

Σύμφωνα με την Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ πάνω από το 50% από τα ανεξερεύνητα αποθέματα πετρελαίου και 30% του φυσικού αερίου είναι συγκεντρωμένα στην περιοχή κυρίως στη Σαουδική Αραβία, το Ιράν, το Ιράκ, το Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Λιβύη. Η συγκέντρωση των υδρογονανθράκων του κόσμου σε αυτήν την γεωγραφική τοποθεσία σημαίνει ότι όσο η σύγχρονη οικονομία εξαρτάται από την προμήθεια πετρελαίου και φυσικού αερίου, η Μέση Ανατολή θα διαδραματίζει καίριο ρόλο στην παγκόσμια πολιτική και οικονομία. Αυτή η ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης διαμορφώνει αυτήν την βιομηχανία και οι μεγαλύτεροι/ισχυρότεροι δρώντες έχουν πάντα ένα πλεονέκτημα έναντι των μικρότερων /αδύναμων, που οδηγούν σε ανατροπές και κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικές αναταραχές.

Οι κυριότεροι παράγοντες που οδηγούν σ΄ αυτές τις αναταραχές θα μπορούσε να είναι:

  1. εκτός από τις απαιτήσεις των παλαιών βιομηχανικών χωρών, οι αναδυόμενες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ινδία, που έχουν γνωρίσει μια απότομη αύξηση της ζήτησής τους για πετρέλαιο,
    ii. ο σοβαρός ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων εισαγωγέων αργού για να έχουν πρόσβαση στο πετρέλαιο,

iii. η πολιτική αστάθεια στο εσωτερικό, σε πλούσιες σε πετρέλαιο χώρες.

            Δεδομένης της εξάρτησης των χωρών από τις αυξήσεις του πετρελαίου, γίνεται στρατηγικά επιτακτική η ανάγκη να διασφαλιστεί η πρόσβασή τους σε πλούσιες σε αργό περιοχές. Αυτό συχνά σημαίνει την οικοδόμηση ισχυρών συμμαχιών με προμηθευτές της περιοχής, παρέχοντάς τους διπλωματική υποστήριξη και στρατιωτικές ενισχύσεις. Πολιτικές που υιοθετούνται από κυβερνήσεις που εισάγουν, τονίζουν την ασφάλεια του εφοδιασμού μέσω της διαφοροποίησης του εφοδιασμού, την ποικιλομορφία των ειδών των καυσίμων κατανάλωσης και το πώς αυτό το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο προωθούνται στις αγορές. Η ανάγκη για διπλωματική και οικονομική υποστήριξη, για να περιοριστεί η επιρροή των πλούσιων σε πετρέλαιο χώρες, γίνεται πλέον αισθητή από πολλά κράτη, τα οποία έχουν αναλάβει μια πρωτοβουλία για την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών εφοδιασμού και εναλλακτικών ενεργειακών οδών. Εφόσον το σύστημα μεταφορών του κόσμου εξαρτάται από το πετρέλαιο η εξάρτηση από τη Μέση Ανατολή θα επεκταθεί και συνεπώς θα αυξηθεί και η επιβάρυνση, οικονομική και ασφάλειας, που συνδέονται με αυτήν την εξάρτηση.

          Τα 2/3 του παγκόσμιου αργού χρησιμοποιούνται για μεταφορές. Για να μειωθεί αυτή η εξάρτηση θα πρέπει να περιοριστεί η χρήση πετρελαίου, μέσω της αύξησης της αποδοτικότητας των καυσίμων και μέσα από μια στροφή από ένα εξαρτώμενο σύστημα μεταφοράς αργού σ΄ ένα το οποίο να βασίζεται σε καύσιμα επόμενης γενιάς, όπως η μεθανόλη, η αιθανόλη, το βιοντίζελ, το ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ άλλα να προέρχονται από άφθονες εγχώριες πηγές ενέργειας όπως ο άνθρακας, η πυρηνική ενέργεια, η βιομάζα και τα αστικά απόβλητα. Αλλά η πρόκληση είναι ο συμβιβασμός των ζητημάτων του περιβάλλοντος και της ασφάλειας, όσον αφορά σε αυτές τις εναλλακτικές λύσεις.

Στο κεντρικό σενάριο «Νέες Πολιτικές» του World Energy Outlook, που υποθέτει ότι οι πρόσφατες κυβερνητικές δεσμεύσεις υλοποιούνται με προσεκτικό τρόπο, αυξάνεται η ζήτηση πρωτογενούς ενέργειας κατά ένα τρίτο μεταξύ 2010 και 2035, με το 90% της ανάπτυξης να οφείλεται στις οικονομίες εκτός του ΟΟΣΑ. Η Κίνα παγιώνει την θέση της ως ο μεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας στον κόσμο: καταναλώνει σχεδόν 70% περισσότερη ενέργεια από ότι οι ΗΠΑ το 2035, έστω και αν μέχρι τότε, η κατά κεφαλήν ενεργειακή ζήτηση στην Κίνα εξακολουθεί να είναι λιγότερη από τη μισή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μερίδιο των ορυκτών καυσίμων στην παγκόσμια κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας μειώνεται από περίπου 81% σήμερα σε 75% το 2035. Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας θα αυξηθούν από 13% του μίγματος σήμερα σε 18% το 2035. Η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας ενισχύεται από τις επιδοτήσεις, που αυξήθηκαν από 66 δις το 2010 σε 250 δις δολάρια το 2035 – υποστηρίζουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο σε αυτήν την περίοδο της δημοσιονομικής λιτότητας. Αντίθετα, οι επιδοτήσεις για τα ορυκτά καύσιμα ανήλθαν σε 409 δις δολάρια το 2010.

Ιστορική αναδρομή

«Γεωπολιτική» νοείται ο αγώνας μεταξύ αντίπαλων δυνάμεων για τον έλεγχο του εδάφους ή των φυσικών πόρων, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, ορυκτά, τρόφιμα, νερό, κλπ, ζωτικής σημασίας γεωγραφικών θέσεων, όπως οι στρατηγικοί λιμένες και οι στρατιωτικές περιοχές, τα ποτάμια και τα κανάλια, οι εμπορικές οδοί, κλπ. καθώς και άλλων πηγών, οικονομικών και στρατιωτικών πλεονεκτημάτων. Ο όρος «Γεωπολιτική» επινοήθηκε το 1899 από τον Σουηδό πολιτικό επιστήμονα Rudolf Kjelln και αναδείχθηκε ως μια συστηματική περιοχή μελέτης. Ο καπιταλισμός δημιούργησε μια παγκόσμια αγορά εκτός συνόρων, αλλά ταυτόχρονα βασίζεται σε ανηλεή ανταγωνισμό μεταξύ αντίπαλων χωρών. Αυτός ο αγώνας για την επίτευξη των μεριδίων των αγορών, ανέκαθεν κυριαρχείται από διαδοχικές υπερδυνάμεις.

           Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα σχεδόν το ήμισυ του παγκόσμιου εφοδιασμού με αργό πετρέλαιο, προήλθε από τις πετρελαιοφόρες περιοχές γύρω από την πόλη του Αζερμπαϊτζάν, στο Μπακού. Εκείνη την εποχή, το πετρέλαιο παρείχε μόνο το 4% της ενέργειας στον κόσμο, δίνοντας στην περιοχή της Κασπίας μικρό στρατηγικό πλεονέκτημα στην διεθνή σκηνή. Αλλά καθώς η παγκόσμια οικονομία επεκτάθηκε, η εξάρτηση από το πετρέλαιο αυξήθηκε σημαντικά. Στο σύγχρονο κόσμο, εκείνοι που κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο αυτού του πόρου της ενέργειας στις κινητήριες δυνάμεις της διεθνούς οικονομίας, αυξάνουν σταθερά την επιρροή τους. Από το 1930 η Μέση Ανατολή έχει αναδειχθεί ως η πιο σημαντική πηγή ενέργειας στον κόσμο και το κλειδί για τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Ο Περσικός Κόλπος κατέχει το 65% των παγκόσμιων αποδεδειγμένων αποθεμάτων πετρελαίου και το 45% του φυσικού αερίου. Η Μέση Ανατολή ελέγχει επίσης ένα σημαντικό μέρος των υδρογονανθράκων που δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί.

 Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος

Το πετρέλαιο απέκτησε μεγάλη σημασία με την έλευση των αυτοκινήτων το 1900. Η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία άρχισε να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, αλλά ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν το σημείο καμπής στην ιστορία, στο οποίο στηρίχθηκε η σημασία του πετρελαίου. Το Βρετανικό ναυτικό άλλαξε καύσιμο, από τον άνθρακα στο πετρέλαιο, παρέχοντας σ΄ αυτό και στους συμμάχους του ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους εχθρούς του. Μετά τη νίκη των Συμμάχων, ο Βρετανός ΥΠΕΞ Λόρδος Curzon δήλωσε: «Οι Σύμμαχοι επέπλευσαν στη νίκη σ΄ ένα κύμα πετρελαίου».

Μετά τον Α΄ ΠΠ, η παραγωγή πετρελαίου μετατοπίστηκε από το Τέξας και τη λεκάνη της Καραϊβικής στη Μέση Ανατολή, όπου τεράστια αποθέματα πετρελαίου είχαν ανακαλυφθεί. Αυτό οδήγησε σε ανταγωνισμό μεταξύ της Γαλλίας, της Βρετανίας και των ΗΠΑ, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι κατά την διάρκεια του πολέμου και το πετρέλαιο έγινε ο πλέον πολύτιμος πόρος. Η Βρετανία, η οποία είχε ήδη τον έλεγχο του συνόλου του πετρελαίου του Ιράν, που κέρδισε με παραχώρηση το 1901, εμφανίστηκε αρχικά ως η πιο ευνοημένη υποψήφια στον εν λόγω ανταγωνισμό, (Sepheri 2002).

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

Ο Β΄ ΠΠ άλλαξε την κυριαρχία της Βρετανίας υπέρ των ΗΠΑ, αφού η κυβέρνηση των τελευταίων εξαπέλυσε μια σκληρή μάχη για τις πετρελαϊκές τους εταιρείες στην περιοχή. Όταν ο πόλεμος τελείωσε, η Γερμανία ήταν κατεστραμμένη, η Ευρώπη σε κακή κατάσταση και οι δύο μεγάλες δυνάμεις, η Γαλλία και η Βρετανία αναδείχθηκαν ασθενέστερες. Οι ΗΠΑ ήταν σε θέση να ελέγχουν το ήμισυ της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής και αυτό βοήθησε στο να αποκτήσουν δεσπόζουσα θέση στην Δύση. Η Γαλλία και η Βρετανία έγιναν οι νέοι εταίροι της.

Η αλλαγή αυτή αντανακλάται σήμερα στον έλεγχο των πετρελαϊκών πόρων. Το μερίδιο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή ήταν 10% το 1940 και από το 1950 είχε αυξηθεί σε 50% , ως αποτέλεσμα ορισμένων παραχωρήσεων που αποκτήθηκαν από τις ΗΠΑ. Απέκτησε συμμετοχή στα στοιχεία της Βρετανίας και της Γαλλίας και έφερε τέλος στο μονοπώλιο της Βρετανίας στο Ιράν. Στην Γαλλία δόθηκε ένα οριακό μερίδιο στο Ιράκ την εποχή εκείνη. Για παράδειγμα στο Ιράν αφότου ο Πρωθυπουργός Μοχάμεντ Μοσαντέκ εθνικοποίησε την υπό βρετανικό έλεγχο Αγγλο – Ιρανική Εταιρία Πετρελαίου (AIOC) το 1951, η αμερικανική CIA οργάνωσε πραξικόπημα για την ανατροπή του, αντικαθιστώντας τον με τον Σάχη, ο οποίος έγινε ένθερμος σύμμαχος των ΗΠΑ. Μόλις ο Μοσαντέκ ανατράπηκε, το ιρανικό πετρέλαιο δεν επιστράφηκε πλήρως στην βρετανική AIOC. Θα ήταν πλέον μοιρασμένο ανάμεσα σε Exxon, Mobil, Gulf Oil και άλλες αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες έλαβαν το μερίδιό τους για τις υπηρεσίες που παρείχε η CIA,  με την AIOC να κατέχει πλέον ένα μερίδιο της τάξης του 40% (Sepheri 2002).

Το πρόγραμμα βοήθειας των ΗΠΑ για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επίσημα γνωστό ως «Economic Cooperation Administration», (ECA), κοινώς γνωστό ως «Σχέδιο Μάρσαλ», χρησιμοποιήθηκε από τις ΗΠΑ για να αναλάβουν τον έλεγχο των ευρωπαϊκών αγορών ενέργειας και να ανοίξει η πρόσβαση στις αποικιακές εκμεταλλεύσεις πρώτων υλών της Ευρώπης. Ο Walter Levy, ένας οικονομολόγος της Mobil Oil  και αργότερα επικεφαλής του τμήματος πετρελαίου του Σχεδίου Μάρσαλ, σημείωσε το 1949 ότι: «χωρίς την ECA οι αμερικανικές επιχειρήσεις πετρελαίου στην Ευρώπη θα είχαν χωριστεί σε κομμάτια». Από τα 13 δις δολ. του σχεδίου Μάρσαλ, τα 2 δις αφορούσαν σε εισαγωγές πετρελαίου, ενώ το Σχέδιο Μάρσαλ στην πραγματικότητα «εμπόδισε τα σχέδια για μια ευρωπαϊκή αγορά αργού πετρελαίου και βοήθησε τις αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου να αποκτήσουν τον έλεγχο των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων. Όλα αυτά έγιναν χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις στην εγχώρια απασχόληση άνθρακα ή η απώλεια της εσωτερικής αυτάρκειας». Το καθαρό αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν ότι το πετρέλαιο αντικατέστησε τον εγχώριο άνθρακα στην Ευρώπη, ως την κύρια πηγή ενέργειας της Ευρώπης (Sepheri 2002).

Μεταπολεμική εποχή

Στη μεταπολεμική εποχή επήλθε μια τεράστια ενίσχυση στο μερίδιο του πετρελαίου, στην χρήση της παγκόσμιας ενέργειας. Το 1929, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αντιπροσώπευαν το 32% της συνολικής ενέργειας χρήσης στις ΗΠΑ και το 1939 αντιπροσώπευαν το 45%. Το 1952 το μερίδιο του πετρελαίου είχε αυξηθεί στο 67% και από την δεκαετία του 1970 σε πάνω από 70%. Στην δεκαετία του 1970, το 40% του συνόλου των αμερικανικών επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες και το 60% του συνόλου των κερδών των ΗΠΑ από τις αναπτυσσόμενες χώρες, σχετίζονταν με το πετρέλαιο. Ο μεγάλος πλούτος που εξάγεται από τις χώρες της Μέσης Ανατολής βοήθησε τις εταιρείες πετρελαίου να αναδειχθούν σε τεράστιους ομίλους, που κυριαρχούν στον παγκόσμιο οικονομικό καμβά. Μέχρι το 1973, 7 από τις 12 μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου ήταν εταιρείες πετρελαίου, γνωστές ως “Επτά Αδελφές” – Exxon, Mobil, Chevron, Texaco, Gulf, Shell και BP – οι οποίες έχουν κυριαρχήσει από τότε, στην διεθνή βιομηχανία πετρελαίου.

Άνοδος του ΟΠΕΚ

Το 1970 υπήρξε η άνοδος του Οργανισμού ΠετρελαιοΕξαγωγικών Κρατών (ΟΠΕΚ). Ιδρύθηκε στην Βαγδάτη το 1960 από το Ιράν, το Ιράκ, το Κουβέιτ, τη Σαουδική Αραβία και την Βενεζουέλα και αργότερα ενώθηκαν το Κατάρ, η Ινδονησία, η Λιβύη, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Αλγερία και η Νιγηρία. Αρχικά συγκροτήθηκε ως μια μεθόδευση από αυτές τις χώρες, ώστε να προσπαθήσουν να διαπραγματευτούν ένα καλύτερο μερίδιο από τα 10 – 15 σεντς για κάθε δολάριο, των τεράστιων κερδών των πολυεθνικών του πετρελαίου, που συγκέντρωναν από την εμπορία και την πώληση του πετρελαίου τους.

Ωστόσο, οι χώρες μέλη του σύντομα συνειδητοποίησαν ότι θα μπορούσαν να συντονίσουν την ποσότητα του πετρελαίου που εξάγουν. Κάθε χώρα ανέλαβε μια ποσόστωση, ένα αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του ΟΠΕΚ – πόσο πετρέλαιο θα μπορούσε να παράγει (αντλήσει). Εάν παρέμεναν σ΄ αυτές τις ποσοστώσεις παραγωγής, οι χώρες του ΟΠΕΚ θα μπορούσαν να χειραγωγήσουν τις τιμές. Διαθέτοντας το 40% της παγκόσμιας παραγωγής και το 50% από το μερίδιο του πετρελαίου – διαθέσιμο για εξαγωγή, ο ΟΠΕΚ είχε μεγάλη επιρροή στις προμήθειες πετρελαίου σε όλο τον κόσμο. Αλλά δεν μπορούσε τελικά να ελέγχει την τιμή του πετρελαίου από τον έλεγχο της προσφοράς του, λόγω των συγκρούσεων, οι οποίες προέκυπταν μεταξύ των χωρών – μελών του.

Ο ΟΠΕΚ ελέγχει επίσης το 90% της πλεονάζουσας ικανότητας παραγωγής πετρελαίου στον κόσμο, με τη Σαουδική Αραβία να κατέχει περισσότερο από το ήμισυ. Οι περισσότεροι από τους άλλους παραγωγούς ήταν σχεδόν στο μέγιστο της παραγωγικής τους ικανότητας ενώ στον περιορισμό της παραγωγής του ΟΠΕΚ, μέσω του συστήματος των ποσοστώσεων, η παραγωγή του προσέγγιζε περίπου το 80% της πλήρους δυναμικότητας. Θα μπορούσε εύκολα να αυξήσει την παραγωγή για να αναπληρώσει τυχόν ελλείψεις σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.

Αν και οι ΗΠΑ εισάγουν λιγότερο από το ένα τέταρτο του πετρελαίου τους από τον ΟΠΕΚ, ο ΟΠΕΚ εξακολουθεί να έχει μεγάλη επιρροή σ΄ όλους τους εισαγωγείς πετρελαίου σε παγκόσμιο επίπεδο. Η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα του ΟΠΕΚ προσδίδει, ιδίως στη Σαουδική Αραβία, μεγάλη στρατηγική σημασία για τις ΗΠΑ. Η εμφάνιση του ΟΠΕΚ έγινε ιδιαίτερα αισθητή με το εμπάργκο πετρελαίου το 1973, που οργανώθηκε από τις αραβικές χώρες του ΟΠΕΚ, ως έμπρακτη διαμαρτυρία κατά του πολέμου του Ισραήλ εναντίον της Αιγύπτου και της Συρίας. Το εμπάργκο οργανώθηκε εναντίον του Ισραήλ αλλά και κατά των ΗΠΑ, οι οποίες διοχέτευαν όπλα και βοήθεια προς το Ισραήλ, εξασφαλίζοντας την ισραηλινή νίκη. Κατά την διάρκεια του εμπάργκο όταν η τιμή του πετρελαίου τριπλασιάστηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες, από 4 δολάρια το βαρέλι σε 12 δολ., υπήρξε συνειδητοποίηση από τον ΟΠΕΚ της εξουσίας του στις αγορές πετρελαίου.

Γεωπολιτική
          Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70, οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν μείζονα ζητήματα και έπρεπε να αντιμετωπίσουν τον έλεγχο του ΟΠΕΚ στην προσφορά πετρελαίου. Αλλά το πραγματικό χτύπημα επήλθε με την ιρανική επανάσταση του 1979, η οποία ανέτρεψε τον Σάχη, που θεωρείτο ο “αστυνομικός του Κόλπου”. Αυτός αντικαταστάθηκε από ένα ισλαμικό καθεστώς, εχθρικό προς τις ΗΠΑ, που οδήγησε σ΄ ένα σοβαρό πλήγμα για την πολιτική τους στην πιο στρατηγική περιοχή, την πετρελαϊκή περιοχή του Περσικού Κόλπου.

Εκτός αυτού, τον Δεκέμβριο του 1979, η ΕΣΣΔ εισέβαλε στο Αφγανιστάν, προσθέτοντας περισσότερα δεινά και ανησυχίες στην περιοχή. Η Σαουδική Αραβία γνώρισε εντάσεις επίσης, σχεδόν την ίδια περίοδο. Μια στρατιωτική απόπειρα πραξικοπήματος έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 1979, ακολούθησε τον Νοέμβριο μια ένοπλη εξέγερση στο Μεγάλο Τζαμί στη Μέκκα, ιερή τοποθεσία του Ισλάμ, απ΄ όσους αντιτίθενταν στη Σαουδική οικογένεια και ταραχές από την σιιτική μειονότητα στην πλούσια σε πετρέλαιο Ανατολική επαρχία, τον Δεκέμβριο.

            Δύο σημαντικοί παράγοντες ήρθαν στο φως από την απώλεια του Ιράν και την αναταραχή στη Σαουδική Αραβία:

  1. η βοήθεια των ΗΠΑ προς το Ισραήλ διπλασιάστηκε το 1980,
  2. η τιμή του πετρελαίου τριπλασιάστηκε, από 12 δολ. το βαρέλι στην υψηλότερη τιμή στην μέχρι τότε ιστορία του, 35 δολ. ανά βαρέλι.

            Οι ΗΠΑ άρχισαν να στέλνουν όπλα στη Σαουδ. Αραβία και τα κράτη του Κόλπου για να οικοδομήσουν ένα κοινό μέτωπο κατά του Ιράν. Επιδίωξαν τη σύσταση του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου («Gulf Cooperation Council» – GCC), ως μια μεθόδευση συντονισμού των προσπαθειών της Σαουδικής Αραβίας με τα ασθενέστερα κράτη του Κόλπου, όπως το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το 1980 ο Πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ, ανακοίνωσε την πρόθεση και την προθυμία των ΗΠΑ να παρέμβουν άμεσα στην περιοχή – νέο δόγμα επέμβασης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκροτήθηκε μια νέα «Rapid Deployment Force» –  (RDF), με αποστολή δήθεν να προφυλάσσει από «κάθε απόπειρα από οποιαδήποτε εξωτερική δύναμη να αποκτήσει τον έλεγχο της περιοχής του Περσικού Κόλπου [που] θα θεωρηθεί ως επίθεση κατά των ζωτικών συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών».

Ο πόλεμος στο Ιράν και στο Ιράκ το 1980, έδωσε στις ΗΠΑ την ευκαιρία να περιορίσουν το Ιράν και να οικοδομήσουν δεσμούς με τις χώρες του Κόλπου. Θα σταθμεύουν τον 5ο στόλο στο Μπαχρέιν και θα δημιουργήσουν βάσεις και κέντρα διοίκησης στις χώρες του Κόλπου. Μέχρι το 1983, η RDF είχε αναβαθμιστεί σε Κεντρική Διοίκηση («Central Command – CENTCOM»), μια μόνιμη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, με 17 πλοία και την εξουσία να επιτάξει 35.000 στρατιώτες.

Με την βοήθεια του GCC, ο στρατός του Ιράκ υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν είχε επικεντρωθεί στο να αναγκάσει να υποχωρήσουν οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις. Τα ποσά χρηματοδότησής του καλύφθηκαν από το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία. Οι ΗΠΑ ενέκριναν και επέβλεψαν τη μεταφορά ορισμένων μυστικά αναπτυγμένων χημικών και βιολογικών όπλων και πυραύλων υψηλής τεχνολογίας, για τα οποία ο Μπους κατηγόρησε αργότερα το Ιράκ. Το Ιράν έχασε τον πόλεμο και η ιρανική απειλή ήταν ελεγχόμενη. Ωστόσο με την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990 οι ΗΠΑ στράφηκαν ενάντια στον πρώην σύμμαχό τους. Σε μια σύντομη και εντελώς μονόπλευρη από βομβαρδισμούς εισβολή, οι ΗΠΑ σκότωσαν τουλάχιστον 200.000 Ιρακινούς.

Μέχρι το 1992, η κατάσταση στον Κόλπο είχε σταθεροποιηθεί. Η Ιρανική Επανάσταση είχε ελεγχθεί και το Ιράκ έμεινε περιορισμένο με οικονομικές κυρώσεις, οι οποίες θα σκότωναν περισσότερο από 500.000 παιδιά, την επόμενη δεκαετία. Αλλά καθεστώτα εχθρικά προς τις ΗΠΑ, ήταν ακόμη στην εξουσία στο Ιράν και το Ιράκ. Ο Σαντάμ Χουσεΐν, αν και έχει εξασθενίσει, είχε αφεθεί στην εξουσία από τις ΗΠΑ, οι οποίες φοβούνταν ότι μια λαϊκή εξέγερση θα ήταν πιο επιζήμια και αποσταθεροποιητική, παρά αφήνοντας το ιρακινό καθεστώς ανέπαφο. Το ιρανικό καθεστώς έγινε πιο εξυπηρετικό για την Δύση, αλλά αποτελούσε ακόμη μια πηγή ανησυχίας για τις ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή, η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει οικονομικά και πολιτικά προβλήματα στο εσωτερικό. Η οικονομία της Σαουδικής Αραβίας, η οποία εξαρτάται πλήρως από τα έσοδα του πετρελαίου, άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου έφεραν πτώση των εσόδων και αύξηση του δημόσιου χρέους σε όλη την δεκαετία του 1990. Επιπλέον, η παρουσία των στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ και στη Σαουδική Αραβία, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για να ξεκινήσει η εισβολή στο Ιράκ αποτέλεσε πηγή δημόσιας δυσαρέσκειας προς τις ΗΠΑ και το Σαουδικό καθεστώς. Η περιοχή του Κόλπου είχε σταθεροποιηθεί προσωρινά για τα συμφέροντα των ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν ήταν με οποιοδήποτε μέσο, μόνιμο.

Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση, οι ΗΠΑ άρχισαν την ενίσχυση των ρυθμίσεων ασφαλείας στην περιοχή. Υπέγραψαν στρατιωτικές συμφωνίες και συμμετείχαν σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με Ισραήλ και Τουρκία. Στις αρχές του 1990, η Τουρκία έγινε ο τρίτος μεγαλύτερος αποδέκτης αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας μετά το Ισραήλ και την Αίγυπτο, που λαμβάνουν έως και 700 εκατ. δολάρια το χρόνο. Η Τουρκία χρησιμοποίησε αυτήν την ενίσχυση για να αγοράσει όπλα αξίας 2.300 εκατ. δολ. από τις ΗΠΑ, σε μόλις δύο χρόνια. Η αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ της Τουρκίας εκσυγχρονίστηκε και φιλοξένησε τα F – 16 των ΗΠΑ, που χρησιμοποιήθηκαν για να βομβαρδίσουν τις ιρακινές δυνάμεις, υπό το πρόσχημα της προστασίας της κουρδικής μειονότητας στο βόρειο Ιράκ – «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων». Αλλά έκαναν τα στραβά μάτια όταν τα F – 16 της Τουρκίας από το Ιντσιρλίκ, βομβάρδισαν τις βάσεις της κουρδικής μειονότητας στην Τουρκία.

Οι ΗΠΑ άρχισαν να παρεμβαίνουν σε άλλες περιοχές εκτός από τον Περσικό Κόλπο, από την Αφρική έως την Βόρεια Θάλασσα στον Καναδά, για να διαφοροποιήσουν τις πηγές εισαγωγών πετρελαίου. Αυτό είχε ένα διπλό όφελος – να αμβλύνει τις ΗΠΑ από τυχόν διαταραχές από τον Περσικό Κόλπο και να μειώσει επίσης το μερίδιο του ΟΠΕΚ στην αγορά, αποδυναμώνοντας έτσι την επιρροή του στις προμήθειες πετρελαίου και στις τιμές.

Ο ΟΠΕΚ έχασε μερίδιο αγοράς κατά την διάρκεια του εμπάργκο πετρελαίου του 1973. Το μποϊκοτάζ του ΟΠΕΚ, που ως μια δύναμη είχε αποτελεσματικό έλεγχο των προμηθειών πετρελαίου παγκοσμίως και ως εκ τούτου, στις τιμές του πετρελαίου, κατεύθυνε επίσης τους καταναλωτές πετρελαίου να αναζητήσουν πηγές πετρελαίου πλην του ΟΠΕΚ, όπως η Νορβηγία στην Βόρεια Θάλασσα. Λόγω αυτών των πιέσεων, το μερίδιο του ΟΠΕΚ που είχε περίπου το 50% της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου το 1970, μειώθηκε στο 31% το 1985. Από τότε, ο ΟΠΕΚ έχει καταφέρει να καλύψει μέρος των ζημιών και να αυξήσει το μερίδιό του σε περίπου 40% το 2000.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, ο πλούτος του πετρελαίου της Κασπίας Θάλασσας άνοιξε προς τις δυτικές αγορές και προσδιορίστηκε ως μια πιθανή εναλλακτική λύση για τα κοιτάσματα του Περσικού Κόλπου. Τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες του Αζερμπαϊτζάν, του Καζακστάν, του Τουρκμενιστάν εκτιμάται ότι ανέρχονται σε περίπου 70 δις βαρέλια πετρελαίου, ή τρεις φορές τα αποθέματα των ΗΠΑ. Ορισμένες εκτιμήσεις υπολογίζουν ότι τα αποθέματα πετρελαίου είναι τόσο υψηλά όσο 200 δις βαρέλια – δυνητικά τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο, μετά τον Κόλπο. Το «American Petroleum Institute» έχει αποκαλέσει την περιοχή της Κασπίας ως «την περιοχή με τις μεγαλύτερες δυνατότητες πόρων εκτός της Μέσης Ανατολής».

Η λεκάνη της Κασπίας Θάλασσας έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τους ακόλουθους λόγους (Αρβανιτόπουλος):

  1. η ποιότητα του πετρελαίου αυτής της περιοχής θεωρείται καλή,
  2. το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πετρελαίου προορίζεται για εξαγωγή, δεδομένου ότι οι ανάγκες των χωρών που το παράγουν είναι σχετικά χαμηλές και αναμένεται να παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα,

iii. το γεγονός ότι οι χώρες της περιοχής δεν διαθέτουν το κεφάλαιο και την τεχνολογία για να προχωρήσουν ανεξάρτητα στην ανάπτυξη αυτών των πετρελαιοπηγών, προσφέροντας στις αμερικανικές εταιρείες σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες.

Μεγάλες εταιρείες πετρελαίου όπως η Chevron, Texaco, Exxon-Mobil, BP – Amoco, Shell και Unocal έχουν προσφέρει για την ανάπτυξη του πετρελαίου της Κασπίας. Αλλά ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται στις μεγάλες εταιρείες πετρελαίου. Ιαπωνικές και κινεζικές επιχειρήσεις έχουν μερίδιο σε κοινοπραξίες πετρελαίου, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν μερίδια αργού – το Ιράν και η Ρωσία ανταγωνίζονται για να γίνουν η κύρια οδός μεταφοράς πετρελαίου της Κασπίας. Αλλά αυτή η περιοχή δεν είναι απαλλαγμένη από προβλήματα. Υπήρξε ένταση μεταξύ των πέντε χωρών της Κασπίας για το πώς να “κατανείμουν την θάλασσα”. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου στις παγκόσμιες αγορές, καθώς η Κασπία είναι στην πραγματικότητα μια λίμνη. Αγωγοί πρέπει να μεταφέρουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο στα λιμάνια και μέσα από πολλά έθνη, για να φτάσουν στους καταναλωτές. Αυτές οι διαδρομές μεταφοράς υπήρξαν η πηγή του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι οι αγωγοί δεν είναι μόνο μια πηγή εσόδων, αλλά ως οδοί μεταφοράς έχουν και στρατηγική σημασία.

Έπειτα, υπάρχουν και τα οικονομικά προβλήματα τα οποία είναι ζωτικής σημασίας. Αν οι τιμές του πετρελαίου μειωθούν, το πετρέλαιο της Κασπίας θα γίνει λιγότερο ελκυστικό. Αν και η Κασπία μπορεί να περιέχει περίπου 200 δις βαρέλια πετρελαίου οι εκτιμήσεις των αποδεδειγμένων αποθεμάτων έχουν πράγματι μειωθεί. Ωστόσο τελικά μπορεί να μην υπάρχει πολύ πετρέλαιο αλλά πάρα πολλοί αγωγοί για να μεταφέρουν τον όγκο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, που τελικά αντλείται στην Κασπία.

Συμπέρασμα
           Οι χώρες χρειάζονται ενέργεια για την οικονομική τους μεγέθυνση, αλλά όπως έχουμε δει το κόστος της παροχής νέων αυξημένων ενεργειακών πόρων είναι σε άνοδο. Σε πολλές περιπτώσεις, το μόνο που απομένει είναι κατώτερης ποιότητας πόροι που έχουν υψηλό κόστος εξόρυξης και σε ορισμένες περιπτώσεις, η εξασφάλιση της πρόσβασης σ΄ αυτούς τους πόρους απαιτεί στρατιωτικές δαπάνες. Εν τω μεταξύ, ο αγώνας για τον έλεγχο των πόρων οριοθετεί εκ νέου την ισορροπία της πολιτικής εξουσίας σ΄ όλο τον κόσμο.

Οι ΗΠΑ παραμένουν ένα πολύ ισχυρό έθνος στρατιωτικά, με χιλιάδες πυρηνικά όπλα και απαράμιλλες συμβατικές δυνάμεις, αλλά δεν διαθέτουν στρατηγική ευελιξία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παραδοσιακή σύμμαχος των ΗΠΑ, αυξάνει την ανεξάρτητη χαρτογράφηση των προτεραιοτήτων της, εν μέρει λόγω της αυξημένης ενεργειακής εξάρτησης από την Ρωσία και εν μέρει λόγω των οικονομικών ανταγωνισμών και νομισματικών συγκρούσεων με την Αμερική. Η οικονομία της Γερμανίας είναι μια από τις λίγες σχετικά αλώβητες από την κρίση του 2008, αλλά η χώρα είναι αντιμέτωπη με το πρόβλημα της διάσωσης πολλών γειτόνων της. Η συνεχιζόμενη ευρωπαϊκή σημαντική κρίση χρέους θα μπορούσε τελικά να υπονομεύσει την γερμανική οικονομία και να ρίξει σε αμφισβήτηση τη μακροπρόθεσμη ευρωστία του ευρώ και της ίδιας της ΕΕ (Heinberg 2011).

Η Κίνα είναι η ανερχόμενη δύναμη του 21ου αιώνα, σύμφωνα με πολλούς οικονομικούς και πολιτικούς ειδήμονες. Έχει μια ραγδαία στρατιωτική εξέλιξη, αποθεματικά για να πληρώσει την πρόσβαση σε πόρους και θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή στο μέλλον για τις ΗΠΑ. Ωστόσο πάσχει από εγχώριες πολιτικές και οικονομικές αδυναμίες, που ενδέχεται να την παρεμποδίζουν να γίνει η επόμενη οικονομική δύναμη. Η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία, αυτή της Ιαπωνίας, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κατάσταση αβεβαιότητας, λόγω του προστάτη της, των ΗΠΑ. Εστιάζεται στην οικοδόμηση των στρατιωτικών της δυνάμεων για να υπερασπιστεί ανεξάρτητα τα συμφέροντά της. Οι διαφορές της Ιαπωνίας με την Κίνα βρίσκονται σε άνοδο, καθώς δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου εγχώριους πόρους ορυκτών καυσίμων και χρειάζεται ασφαλή πρόσβαση στις προμήθειες αυτών.

Η Ρωσία έχει άφθονους πόρους αλλά είναι πολιτικά διεφθαρμένη και οικονομικά όχι πολύ αναπτυγμένη. Με μια υπολειμματική στρατιωτική δύναμη σε ετοιμότητα, ανταγωνίζεται με την Κίνα και τις ΗΠΑ για τον έλεγχο της Κασπίας και της Κεντρικής Ασίας για την ενέργεια και τον ορυκτό τους πλούτο, μέσα από συμμαχίες με τα πρώην σοβιετικά κράτη. Τείνει να διαμορφώσει συμφωνίες με την Κίνα για να αντιμετωπίσει τα αμερικανικά συμφέροντα αλλά τελικά το Πεκίνο μπορεί να αποδειχθεί ένας αντίπαλος, όπως η Ουάσιγκτον. Η Μόσχα χρησιμοποιεί τις εξαγωγές φυσικού αερίου ως διαπραγματευτικό χαρτί για επιρροή στην Ευρώπη. Ωστόσο πολύ λίγα από τα έσοδα από τον πλούτο των πόρων της χώρας κατευθύνονται προς όφελος του πληθυσμού της. Πλεονέκτημα του ρωσικού λαού σε όλα αυτά μπορεί να είναι ότι έχουν πρόσφατη εμπειρία μιας πολιτικο – οικονομικής κατάρρευσης και επομένως θα είναι σχετικά καλά προετοιμασμένοι για να υπομείνουν άλλη μία, (Heinberg 2011).

Χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Βολιβία, το Εκουαδόρ, η Νικαράγουα δεν αποδέχονται την αμερικανική εξωτερική πολιτική, αλλά οι ΗΠΑ συνεχίζουν να ασκούν τεράστια επιρροή στην πλούσια σε φυσικούς πόρους Λατινική Αμερική, μέσω εταιρειών με βορειοαμερικανική έδρα. Αλλά τώρα η Κίνα δραστήρια συνάπτει συμβάσεις για την πρόσβαση στην ενέργεια και σε ορυκτούς πόρους σε όλη την περιοχή, με αποτέλεσμα τη σταδιακή αλλαγή των οικονομικών συμφερόντων.

Η δημιουργία της Αfricom[6] το 2007, ένα στρατιωτικό στρατηγικό κέντρο διοίκησης στο ίδιο επίπεδο με τις Centcom, Eucom, Northcom, Pacom και Southcom, (βλ. Παράρτημα, στο οποίο συγκρίνονται οι «Παγκόσμιες Περιφέρειες του Haushofer» με τις «Διοικήσεις του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ»), έδωσε στην Αφρική μια στρατηγική θέση. Η Αφρική δέχεται αμερικανικές επενδύσεις στο πετρέλαιο και σε άλλες δραστηριότητες εξόρυξης ορυκτών αλλά είναι επίσης ένας στόχος των κινεζικών και ευρωπαϊκών προσπαθειών απόκτησης πόρων. Στο μέλλον οι συγκρούσεις μεταξύ αυτών ενδέχεται να ενταθούν.

Η Μέση Ανατολή χαρακτηρίζεται από ακραία οικονομική ανισότητα, υψηλά ποσοστά αύξησης του πληθυσμού, πολιτική αστάθεια και ανάγκη για εισαγωγή μη – ενεργειακών πόρων, συμπεριλαμβανομένων τροφίμων και νερού. Αλλά διατηρεί τεράστιο πετρελαϊκό πλούτο. Οι επαναστάσεις και οι διαμαρτυρίες στην Τυνησία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, το Μπαχρέιν και την Υεμένη στις αρχές του 2011 είχαν ερμηνευθεί ως ένδειξη της αδυναμίας των απλών ανθρώπων στα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής να ανεχθούν ραγδαία αύξηση των τιμών των τροφίμων, του νερού και της ενέργειας, στο πλαίσιο των αυταρχικών πολιτικών διακυβέρνησης. Οι οικονομικές καταστάσεις μπορούν να γίνουν χειρότερες και οι συνέπειές τους δεν μπορούν να προβλεφθούν από τώρα. Ωστόσο οι επιπτώσεις τους στην παγκόσμια οικονομία θα είναι τεράστιες.

Η Κίνα και η Σαουδ. Αραβία αγοράζουν αγρούς στην Αυστραλία & τη Νέα Ζηλανδία. Ιράκ και Ιράν χρειάζονται προηγμένη τεχνολογία, που μπορεί να παρασχεθεί από κινεζικές & αμερικανικές εταιρείες. Αυτή η τεχνολογία απαιτείται για να διατηρηθεί η βιομηχανία πετρελαίου, που μετακινείται από τις εύκολες πηγές σε μικρότερες, με δυσκολία πρόσβασης και πιο ακριβές στην εξόρυξη.

            Οι Ωκεανοί και η Αρκτική είναι οι περιοχές με αυξανόμενο ενδιαφέρον για τους πόρους, παρά τους στρατιωτικούς ελιγμούς και τις προσπάθειες μηχανικής εξόρυξης. Τα έθνη που θα είναι  σε θέση να αναλάβουν όλο και πιο ακριβές προσπάθειες στον ανταγωνισμό για την άντληση των πόρων σ΄ αυτά τα ακραία περιβάλλοντα, είναι καλύτερα τοποθετημένα στην οικονομική αρένα. Ωστόσο πρέπει να λάβουμε υπόψη το κόστος ευκαιρίας των φθινουσών αποδόσεων καθώς το κόστος αυξάνεται και τα μειούμενα έσοδα.

Η ιστορία μας δείχνει ότι τα έθνη σε απόγνωση για να διατηρήσουν τις σχετικές τους θέσεις μπορεί να προσφύγουν σε μεθόδους, που δεν θα εξυπηρετούσε κανένα ορθολογικό σκοπό. Καθώς η αστάθεια αυξάνεται στον κόσμο, οι οικονομικές και οι γεωπολιτικές συνθήκες ενδέχεται να επιδεινωθούν και οι πόροι μπορεί να εκτραπούν για την διατήρηση της στρατιωτικής κινητοποίησης με το πρόσχημα της ασφάλειας και όχι για την αύξηση της οικονομικής μεγέθυνσης και της ειρήνης.

Ioannis Vidakis (ividakis) στο Pinterest Ιωάννης Βιδάκης : Αρχιπλοίαρχος Οικονομικού Σώματος του Πολεμικού Ναυτικού ε.α., με διδακτορική διατριβή, στην θεματική ενότητα της «ενεργειακής ασφάλειας», Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, Σχολής Επιστημών της Διοίκησης Πανεπιστημίου Αιγαίου στην Χίο.