Του Δημήτρη Τσαϊλά* 

Η οικοδόμηση και η διατύπωση ιδεών και εννοιών στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, είναι μια πολύπλοκη πρόκληση, η οποία λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις παρελθούσες κρίσεις. Η έννοια της ασφάλειας του Ελληνισμού πρέπει να είναι μια θεμελιώδης αρχή αξιών που στηρίζει τη γενική πολιτική και στρατηγική για την προώθηση των στόχων της χώρας και την εξασφάλιση της επιβίωσης και της ευημερίας της. Η αναζήτηση συστηματικής λογικής απαιτεί τη συνεχή αξιολόγηση της εγκυρότητας των γνώσεων και εκτιμήσεων που οδήγησαν στο παρελθόν και στο παρόν τη στρατηγική σκέψη και πολιτική, καθώς και μια αξιολόγηση των αλλαγών στο εσωτερικό και το εξωτερικό στρατηγικό περιβάλλον. Τέτοιες αλλαγές πρέπει να είναι η βάση για το σχεδιασμό θεμελιωδών αρχών και ιδεών για το μέλλον.

Η έννοια της εθνικής ασφάλειας που αγκάλιασε η Ελλάδα κατά τα πρώτα χρόνια της εισόδου στο σκληρό πυρήνα της ΕΕ δεν έχει αξιολογηθεί, υπό το πρίσμα των συχνών αλλαγών στο στρατηγικό περιβάλλον του Ελληνισμού και της φύσης των προκλήσεων που αντιμετωπίζει το ελληνικό και κυπριακό κράτος, δηλαδή στο σύνολό του ο Ελληνισμός. Όπως φαίνεται, τα τελευταία χρόνια, ανανεώθηκε η αναγκαιότητα επανεξέτασης της έννοιας της εθνικής ασφάλειας του Ελληνισμού, με πιο επείγοντα τρόπο ως αποτέλεσμα του επιταχυνόμενου ρυθμού των θεμελιωδών αλλαγών που βρίσκονται σε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή, τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στη διεθνή σκηνή που σχετίζεται με την Ελλάδα ως αποτέλεσμα των αλλαγών στη φύση των απειλών.

Οι εξελίξεις στη Μεσόγειο, ιδικά τώρα που υπεγράφη η κατασκευή του αγωγού East Med που υποστηρίζεται και από τις ΗΠΑ, στρέφονται στο σταυροδρόμι της περιφερειακής αντιπαλότητας συμπεριλαμβανομένης μιας αυξανόμενης ναυτικής παρουσίας και επιβεβαίωσης μιας νέας δυναμικής στο στρατηγικό περιβάλλον που δημιούργησε η προοδευτική παγκοσμιοποίηση ασφαλείας της Μεσογείου. Αυτό σημαίνει ότι αυτές οι αντιπαλότητες σχετίζονται κυρίως με τη διεθνή ασφάλεια και λιγότερο με την περιφερειακή ή ακόμη λιγότερο από τις εθνικές. Γύρω από τον East Med, διαμορφώνεται μάλλον μια  εναλλακτική αμερικανική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο μια περιοχή που συνεχίζει να παρουσιάζει τεράστιο γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Η εναλλακτική αυτή αμερικανική πολιτική, περιλαμβάνει τον Ελληνισμό. Και εδώ είναι που τα ελληνικά συμφέροντα συμπίπτουν με τα αμερικανικά.

Με την αύξηση, όμως, των στρατιωτικών και αεροναυτικών δραστηριοτήτων είναι ορατός ο κίνδυνος της τριβής μεταξύ των στρατιωτικών μονάδων των διαφόρων όμορων κρατών. Εξ αιτίας αυτής της έντασης, σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, είναι άμεση η ανάγκη για την επανεξέταση της θαλάσσιας ασφάλειας ως μια προοπτική για την προώθηση μιας προσέγγισης οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ της Ελλάδος και των γειτόνων της, προκειμένου να μειωθούν οι ενδεχόμενες πηγές τριβής και κλιμάκωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η σημερινή διπλωματία στη Μεσόγειο θάλασσα δεν μπορεί να χειριστεί τα προβλήματα του αύριο. Απαιτείται ένα νέο φόρουμ για την αντιμετώπιση στρατιωτικών ζητημάτων και ζητημάτων ασφάλειας στην περιοχή. Οι διεθνείς δομές που βοήθησαν στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων της Μεσογείου θαλάσσης μέσω διαπραγματεύσεων και συνεργασίας είναι ανεπαρκείς για τις στρατιωτικές προκλήσεις και τις προκλήσεις ασφάλειας που προκαλούν οι τουρκικές διεκδικήσεις και η από μέρους τους, αμφισβήτηση των θαλασσίων ζωνών.

Τα σημερινά προβλήματα ενθαρρύνουν τη δημιουργία ενός φόρουμ, το οποίο θα συγκαλεί τακτικά τους ενδιαφερόμενους, ηγέτες της Μεσογείου, και τις υπεράκτιες εταιρείες με τα επιχειρηματικά συμφέροντα στην περιοχή, για να επιδιώξουν συμφωνία σε θέματα όπως η έρευνα και διάσωση, η πετρελαϊκή ρύπανση και η επιστημονική συνεργασία. Οι μέχρι τώρα συναντήσεις και τα θεσμικά όργανα απέτυχαν στην αντιμετώπιση στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή. Εν μέρει, αυτό συμβαίνει επειδή όποτε υπάρχουν ένοπλες δυνάμεις στη Μεσόγειο, συχνά συνδέονται με κάποιο γεωπολιτικό ζήτημα υψηλού κινδύνου,  όπως οι εμφύλιοι στη Συρία και Λιβύη και η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οπότε αποφεύγεται σκοπίμως.

Η δημιουργία μιας τακτικής και περιεκτικής συζήτησης για ζητήματα άμυνας είναι ζωτικής σημασίας για την περιοχή της Μεσογείου, όπου ο μεγαλύτερος βραχυπρόθεσμος κίνδυνος για την ασφάλεια μπορεί να είναι ένας  εσφαλμένος στρατιωτικός υπολογισμός. Επίσης πόλεμοι για την απόκτηση πόρων δεν είναι μακριά ούτε απίθανο να επιχειρηθούν. Οι περισσότερες δυνητικά κερδοφόρες επιχειρήσεις βρίσκονται σε περιοχές της Μεσογείου όπου υπάρχουν προβλήματα. Οπότε υπάρχουν τουλάχιστον δύο σενάρια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επικίνδυνο στρατιωτικό εσφαλμένο υπολογισμό:

  • Πρώτον, ένας αγώνας για στρατιωτικοποίηση της Μεσογείου, η οποία όχι μόνο θα οδηγήσει σε διπλωματικές συνέπειες και θα περιορίσει ενδεχομένως τις αναδυόμενες οικονομικές προοπτικές, αλλά θα αυξήσει επίσης την πιθανότητα υπερβολικής χρήσης στρατιωτικών μέσων όλων των ενδιαφερομένων.
  • Δεύτερον, η αντίληψη ότι υπάρχει κενό στην ασφάλεια και τη διαχείριση, που τροφοδοτείται από πιθανές αυξήσεις φόβων για ατυχήματα μεταξύ των πλοίων, την παράνομη αλιεία και τους περιορισμούς στην ικανότητα έρευνας και διάσωσης, ανοίγει την πόρτα για χώρες όπως η Τουρκία για να δικαιολογήσει την αύξηση των περιφερειακών δυνατοτήτων της.

Και τα δύο σενάρια είναι εξίσου επικίνδυνα και οι συνθήκες μετατόπισης θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανισορροπία προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Είτε θα μπορούσε να ξεκινήσει με μη αντιφατικές προθέσεις, αλλά με μια “χιονοστιβάδα” με αυξημένη στρατιωτική δραστηριότητα και μειωμένο χώρο για διάλογο και συνεργασία. Και τα δύο μπορούν να αποφευχθούν, αλλά μόνο εάν υπάρχουν ευκαιρίες για αμοιβαία κατανόηση, αν όχι για πιο επίσημη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.

Τι είδους φόρουμ και συνεργασίες θα ικανοποιούσε μια τέτοια ανάγκη; Εκτιμάται ό, τι υπάρχουν τρεις υπάρχουσες επιλογές, καμία από τις οποίες δεν είναι σήμερα ιδανική.

  • Κατ’ αρχάς, η συμφωνία για τον αγωγό αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, θα μπορούσε να διευρυνθεί, με επίκεντρο την ένταξη περισσοτέρων οντοτήτων, για τον ανοικτό και τακτικό πολυμερή διάλογο και την εξεύρεση κοινού πεδίου για την πολιτική. Επίσης με ρητή εστίαση στα στρατιωτικά ζητήματα και την άμεση προσέγγιση του διαλόγου, αυτή είναι ίσως η καλύτερη επιλογή.
  • Δεύτερον, η δημιουργία μιας κοινής δύναμης Ακτοφυλακής της Μεσογείου, θα μπορούσε να επεκτείνει τις αρμοδιότητες ώστε να συμπεριλάβουν εκτός των στρατιωτικών, θέματα ειδικά για την περιοχή της διέλευσης του αγωγού East Med. Ωστόσο, τα ζητήματα ασφαλείας είναι τόσο ευαίσθητα, ώστε η συμπερίληψη τους μπορεί να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα αυτών των οργανισμών κατά τη διεξαγωγή των σημερινών αποστολών τους.
  • Τρίτον, δημιουργία φόρουμ, για την ασφάλεια του Αγωγού. Η Μεσόγειος προσελκύει ιδιαίτερα την ποικιλόμορφη και ενίοτε υψηλού επιπέδου συμμετοχή των κυβερνήσεων. Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν μια τέτοια διπλωματική προσέγγιση θα μπορούσε να αναπτυχθεί επαρκώς σε μια μελλοντική Μεσόγειο, όπου υπάρχουν πιο συχνά και ταχύτερα προβλήματα στο τραπέζι.

Συμπεράσματα

Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να εργάζεται για την επέκταση της συνεργασίας με τα κράτη της Μεσογείου στον τομέα του φυσικού αερίου και της ενέργειας μέσω της ανάπτυξης πόρων και υποδομών, του διμερούς και πολυμερούς συντονισμού στο πλαίσιο του προγράμματος αγωγού φυσικού αερίου (“East-Med”) και της προώθησης ενός επαγγελματικού διαλόγου μεταξύ κυβερνητικών στοιχείων, εταιρειών και εμπειρογνωμόνων. Η εφαρμογή της συμφωνίας για το φυσικό αέριο και η πρόσκληση για την εγκατάσταση του αγωγού φυσικού αερίου στην Ευρώπη είναι βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση για να εδραιωθεί ο ενεργειακός τομέας ως σταθεροποιητικό στοιχείο στην περιφερειακή γεωπολιτική.

Δεύτερον, η Ελλάδα πρέπει να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη μεσογειακή πολιτική προκειμένου να διευρύνει το φάσμα των κοινών συμφερόντων της με τα άλλα κράτη εκτός του πεδίου του φυσικού αερίου. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να εξεταστεί η εισαγωγή σε μεσογειακά θέματα όπως το περιβάλλον, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η αφαλάτωση, η ετοιμότητα για έκτακτες ανάγκες, η εκπαίδευση, η επιστήμη και η απασχόληση. Η Ένωση για τη Μεσόγειο θα μπορούσε να παράσχει μια εποικοδομητική πλατφόρμα για την ένταξη όλων σε περιφερειακά προγράμματα αυτού του είδους.

Τρίτον, η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να επωφεληθούν από την προώθηση μιας μεσογειακής αμυντικής ταυτότητας που να δίνει έμφαση στους κοινούς παρονομαστές μεταξύ των χωρών της περιοχής και στις αξίες αμοιβαίας στήριξης. Εκτιμάται ότι έτσι δημιουργείται η ικανότητα να εργαστούμε για την ενθάρρυνση των δεσμών μεταξύ των μεσογειακών λαών, που συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός ηθικού μιας “κοινής περιοχής” και στην ενίσχυση της ασφάλειας.

Ο Υποναύαρχος ε.α. ΠΝ Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Senior researcher of Strategy International και Member of Institute for National and International Security.