Η Τουρκία σε αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας

 

Των κ.κ. Αλέξανδου Διακόπουλου και Νίκου Στουρνάρα*

 

Η Τουρκία είναι πλέον μια ανοιχτά αναθεωρητική χώρα, που επιδιώκει να εξελιχθεί σε διαπεριφερειακή δύναμη και να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία από τη Δύση. Η Άγκυρα επιδιώκει μια ριζική αναθεώρηση του περιφερειακού status quo προβάλλοντας την ισχύ της με αυξανόμενη επιθετικότητα και καταπατώντας τη διεθνή νομιμότητα. Σταδιακά, στο πλαίσιο των επιδιώξεών της αυτών, η Τουρκία στράφηκε από μια εξωτερική πολιτική βασισμένη στην ασφάλεια σε μια βασισμένη στην ισχύ, καταφεύγοντας στη χρήση «σκληρής ισχύος» για να διεκδικήσει την περιφερειακή ηγεμονία. Έχει επεκτείνει την επιρροή της στην Αφρική και τον Καύκασο έως την Κεντρική Ασία. Θεωρεί τον εαυτό της μια διαπεριφερειακή δύναμη που θα προβάλει ισχύ σε τρεις ηπείρους, θα ηγεμονεύει στον περίγυρό της και θα συναλλάσσεται ως ίσος προς ίσον με την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα, το Πεκίνο και τις Βρυξέλλες. Στόχος της είναι να διεκδικήσει τον «ιστορικό» της ρόλο ως ρυθμιστικός παράγοντας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, συνεργαζόμενη κατά περίπτωση με όποιον μπορεί να της προσφέρει τα περισσότερα.

Ενθαρρυμένη από τη δυτική ανοχή, την ευρωπαϊκή στρατηγική αβελτηρία και το κενό ισχύος που δημιούργησε η αμερικανική στροφή προς τον Ειρηνικό, η πολιτικο-στρατιωτική τάξη της Άγκυρας αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις με έναν εντελώς συναλλακτικό τρόπο. Μια από τις κεντρικές παραδοχές των τουρκικών ηγετικών ελίτ για το διεθνές σύστημα, είναι ότι αυτό δεν είναι πλέον δυτικοκεντρικό, αλλά μεταδυτικό. Αυτή η ανάγνωση θεωρεί ότι η παγκόσμια τάξη προορίζεται να είναι πολυπολική, γεγονός που παρέχει στις περιφερειακές δυνάμεις μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών. Από αυτή την άποψη, εκτιμούν πως τα τουρκικά συμφέροντα θα εξυπηρετηθούν καλύτερα μέσω μιας γεωπολιτικής εξισορρόπησης μεταξύ των διαφορετικών κέντρων ισχύος. Η Άγκυρα παίζει το παιχνίδι του επιτήδειου διαμεσολαβητή, της ενδιάμεσης δύναμης που θα διαθέτει τη συνεργασία της στον πλειοδότη των γεωπολιτικών της στόχων. Στη συναλλακτική λογική της, όσο αυξάνει τη γεωπολιτική της σημασία τόσο αυξάνει και η αξία της συνεργασίας της – και αν τη θέλει η Δύση, θα πρέπει να καταβάλει το αντίστοιχο αντίτιμο.

Οι ιδρυτές της σύγχρονης Τουρκίας επιδίωξαν να οικοδομήσουν μια δημοκρατία που θα ακολουθούσε το πρότυπο της δυτικής νεωτερικότητας. Η σημερινή κυβέρνηση, η οποία έχει τις ρίζες της στον αντίποδα της κεμαλικής παράδοσης, ακολουθεί την αντίστροφη πορεία: η Δύση είναι πλέον ένα αντι-πρότυπο, ένας οιονεί ανταγωνιστής, του οποίου εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες και αντιγράφει τις μεθόδους με σκοπό να υπερκεράσει. Η κυβέρνηση και τα ελεγχόμενα από αυτήν μέσα ενημέρωσης έχουν αποδυθεί τα τελευταία 20 χρόνια στην προβολή αντιδυτικών θεωριών συνωμοσίας, που παρουσιάζουν τους Δυτικούς συμμάχους ως κακόβουλες δυνάμεις οι οποίες προσπαθούν να σπείρουν τη διχόνοια για να διατηρήσουν την οικονομική τους ηγεμονία. Η ρητορική του προέδρου Ερντογάν και της κυβέρνησής του έχει εντείνει το αντιδυτικό και αντιαμερικανικό αίσθημα του τουρκικού λαού σε πρωτοφανή βαθμό, με έρευνες να δείχνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στην Τουρκία περιγράφουν τους εαυτούς τους ως «αντιαμερικανούς». Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν ότι όταν ρωτήθηκαν από τη γνωστή τουρκική εταιρεία δημοσκόπησης Metropoll, ποιον θεωρούν υπεύθυνο για τον πόλεμο, σχεδόν οι μισοί από τους ερωτηθέντες κατηγόρησαν τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Μόνο το 33,75% κατηγόρησε τη Μόσχα. Εξάλλου, η Τουρκία δεν υπήρξε ποτέ μια πραγματικά δυτική χώρα ούτε πολιτικά ούτε πολιτισμικά ούτε (με εξαίρεση τον Ψυχρό Πόλεμο) γεωπολιτικά.

Ο εθνικισμός είναι βαθιά ριζωμένος στην τουρκική κοινωνία και διαποτίζει τα πολιτικά κόμματα. Η πλειονότητα της τουρκικής κοινής γνώμης εμφανίζεται δεκτική στην αλυτρωτική ρητορική, με το 56% των Τούρκων να συμφωνεί ότι ορισμένα εδάφη εκτός των τουρκικών συνόρων στην πραγματικότητα θα έπρεπε να ανήκουν στην Τουρκία. Η αντιδυτική ρητορική της πολιτικής ηγεσίας και το αντιδυτικό συναίσθημα της κοινής γνώμης αλληλοτροφοδοτούνται, καθώς η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Επομένως, οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή πορείας, ακόμη και αν αλλάξει η τουρκική κυβέρνηση, είναι αμφίβολη υπό αυτές τις συνθήκες, καθώς οι παράγοντες που υποδαυλίζουν την επιθετική πολιτική της Τουρκίας θα εξακολουθήσουν να υφίστανται. Επιπλέον, οι παράμετροι, εντός των οποίων αναμένεται να κινηθεί η τουρκική εξωτερική πολιτική, οριοθετούνται από το γεγονός ότι η τουρκική γραφειοκρατία είναι προσανατολισμένη στην πολιτική ισχύος, σε συνδυασμό με ένα περιβάλλον περιφερειακών κρίσεων, αστάθειας και κενών εξουσίας, συν τον δεκτικό σε στρατιωτικές επεμβάσεις πληθυσμό της χώρας. Ως εκ τούτου, οι ένοπλες επεμβάσεις θα συνεχίσουν να αποτελούν μια πολιτικά ελκυστική και δημοφιλή επιλογή για το κατεστημένο της Άγκυρας, το οποίο διαπνέεται από μια αυξημένη αυτοπεποίθηση σε ό,τι αφορά την προβολή ισχύος.

Χαρακτηριστική των διαπεριφερειακών φιλοδοξιών της είναι η πολιτική, οικονομική, στρατιωτική και πολιτισμική διείσδυση της Τουρκίας στην Αφρική – σε αναζήτηση αγορών, φυσικών πόρων και διπλωματικής επιρροής. Η Άγκυρα επιδιώκει να καταστεί η ηγέτιδα δύναμη του σουνιτικού Ισλάμ, προβάλλοντας παράλληλα την εικόνα ενός αντιαποικιακού παράγοντα χειραφέτησης των αφρικανικών χωρών από τη Δύση. Η αντιδυτική – αντιαποικιακή ρητορική του Τούρκου προέδρου εξυπηρετεί τόσο την αναθεωρητική πολιτική του όσο και τη διπλωματική προσέγγιση με τις πλειοψηφικά μουσουλμανικές χώρες της αφρικανικής ηπείρου.

Η Τουρκία έχει αξιοποιήσει εκτενώς τους θρησκευτικούς της δεσμούς με τον μουσουλμανικό κόσμο. Το σουνιτικό Ισλάμ έχει γίνει ένας αποφασιστικός πολλαπλασιαστής δύναμης και βασικό εργαλείο ήπιας ισχύος στην εξωτερική της πολιτική. Σε χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία, τα τουρκικά θρησκευτικά ιδρύματα κατηχούν ιμάμηδες και αποκαθιστούν ή ανοίγουν νέα τζαμιά, εκπαιδεύοντας παράλληλα την επόμενη γενιά των αφρικανικών ελίτ. Το κρατικά ελεγχόμενο Ίδρυμα Maarif λειτουργεί σήμερα 175 σχολεία σε 25 χώρες, εκπαιδεύοντας σχεδόν 18.000 μαθητές.

Εμβαθύνοντας περαιτέρω τους οικονομικούς της δεσμούς με την Αφρική, η Άγκυρα έχει δώσει προτεραιότητα στις πωλήσεις όπλων και τη στρατιωτική συνεργασία. Η Τουρκία διαθέτει στρατιωτικές βάσεις στη Λιβύη και τη Σομαλία, ενώ έχει υπογράψει συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας με 28 αφρικανικές χώρες, με 18 από τις οποίες έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας και στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. Οι εξαγωγές μη επανδρωμένων αεροσκαφών έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, δένοντας τις χώρες που προμηθεύονται τουρκικά UAV με την Άγκυρα, για υλικοτεχνική υποστήριξη.

Στο πλαίσιο των παραπάνω εξελίξεων, η Άγκυρα επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει τη θέση της στο ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα. Εφόσον θεωρεί ότι η παγκόσμια τάξη βρίσκεται σε μια μεταβατική, μεταδυτική φάση και καθόσον η ίδια είναι αρνητικά διακείμενη απέναντι σε μια φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η σημερινή πολιτική της Τουρκίας θυμίζει την «επιτήδεια ουδετερότητά» της κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οποτε προκύπτουν ζητήματα με τη Ρωσία, βασίζεται στην προστασία του ΝΑΤΟ. Όποτε έχει πρόβλημα με τις ΗΠΑ συνεργάζεται με τη Ρωσία – και όταν τα συμφέροντά της αποκλίνουν από εκείνα των συμμάχων της στο ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., αναλαμβάνει μονομερείς διπλωματικές και στρατιωτικές πρωτοβουλίες. Η εγγύηση συλλογικής ασφάλειας τη διασφαλίζει από τη ρωσική επιθετικότητα και η συμμετοχή της στη Συμμαχία περιορίζει τις δυτικές αντιδράσεις στις μονομερείς πρωτοβουλίες της. Στην ουσία, η Τουρκία έχει την πολυτέλεια να ασκεί πολιτική «επιτήδειας ουδετερότητας», ακριβώς λόγω της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ.

Η Τουρκία θέλει να αυξήσει τη σχετική της ισχύ έναντι της «Δύσης» προκειμένου να διαπραγματεύεται μαζί της επί ίσοις όροις, χωρίς όμως να αποκοπεί τελείως από αυτήν. Το ΝΑΤΟ αποτελούσε (και σε έναν βαθμό εξακολουθεί να αποτελεί) τον ακρογωνιαίο λίθο της τουρκικής ασφάλειας, όμως η Άγκυρα χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο τη Συμμαχία με κυνικό και ιδιοτελή τρόπο. Μέσω της συμμετοχής της μεγιστοποιεί τη γεωπολιτική της επιρροή, χρησιμοποιώντας τη Συμμαχία για την επίλυση διμερών ζητημάτων εις βάρος της Συνεργατικής Ασφάλειας. Η αποστολή του ΝΑΤΟ, ωστόσο, είναι να διαφυλάξει μια φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, η οποία σύμφωνα με τον ορισμό του Χένρι Κίσινγκερ, αποτελεί «μια ασυγκράτητα επεκτεινόμενη συνεργατική τάξη κρατών, που τηρούν κοινούς κανόνες και πρότυπα, υιοθετούν φιλελεύθερα οικονομικά συστήματα, παραιτούνται από εδαφικές κατακτήσεις, σέβονται την εθνική κυριαρχία και υιοθετούν συμμετοχικά και δημοκρατικά συστήματα διακυβέρνησης». Η Τουρκία δεν αποδέχεται αυτή την τάξη και στην πράξη, με την επιθετική πολιτική της και τον αναθεωρητισμό της, την υπονομεύει. Το ΝΑΤΟ υποτίθεται ότι είναι «μια μοναδική κοινότητα αξιών, προσηλωμένη στις αρχές της ατομικής ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου», όμως η Τουρκία αποτυγχάνει από κάθε άποψη σε όλους τους τομείς. Αυτές οι διακηρυγμένες αρχές της Συμμαχίας δεν είναι απλή μεγαλοστομία, αλλά εξυπηρετούν έναν πολύ πρακτικό σκοπό. Σε έναν οργανισμό 30 κρατών-μελών, όπου το καθένα διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας, είναι απολύτως αναγκαία η προσήλωση σε κοινές αξίες και αρχές προκειμένου η Συμμαχία να λειτουργήσει.

Μέσω της «Γαλάζιας Πατρίδας» η Άγκυρα επιδιώκει να κυριαρχήσει στην Αν. Μεσόγειο, σημείο διέλευσης των εμπορικών οδών που συνδέουν την Ευρώπη με τον Ινδικό Ωκεανό.

Η Άγκυρα έχει αναπτύξει ένα πλέγμα αλληλεξάρτησης με τη Μόσχα, κυρίως λόγω της επιδίωξής της να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία από τη Δύση. Τις δύο χώρες συνδέουν τα αυταρχικά μοντέλα διακυβέρνησής τους και το γεγονός ότι έχουν παρόμοιες στρατηγικές κουλτούρες και επιχειρησιακούς κώδικες. Από το 2016 η σχέση τους έχει εξελιχθεί σε σχεδόν συμβιωτική, με τις δύο χώρες να συντονίζουν την παρουσία τους σε πολλαπλά μέτωπα. Η Τουρκία με τη Ρωσία έχουν αναπτύξει μια «στρατηγική κατανόηση»: στις περιοχές όπου οι φιλοδοξίες τους συγκρούονται, η Άγκυρα και η Μόσχα ακολουθούν όλο και περισσότερο μια προσέγγιση συγκυριαρχίας, με στόχο την ελαχιστοποίηση της επιρροής των δυτικών κρατών και θεσμών. Όμως η αλληλεξάρτηση αυτή είναι ασύμμετρη υπέρ της Ρωσίας. Η Τουρκία δεν θα μπορούσε πλέον να αποκοπεί πολιτικά, ενεργειακά και οικονομικά από τη Ρωσία, ακόμα και αν το ήθελε.

Η φιλόδοξη στρατηγική της Τουρκίας στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: α) στον μετασχηματισμό της σε μια ναυτική δύναμη ανοικτής θαλάσσης, β) στην ανάπτυξη δυνατοτήτων προβολής ισχύος με την ικανότητα διεξαγωγής πολέμου δι’ αντιπροσώπων και, τέλος, γ) στη δημιουργία στρατιωτικών βάσεων στην ευρύτερη περιφέρειά της, κάτι που στην Τουρκία εκλαμβάνεται ως απόδειξη της αναβάθμισής της σε καθεστώς «μεγάλης στρατιωτικής δύναμης». Χρησιμοποιώντας αυτή την εργαλειοθήκη και αξιοποιώντας τα διδάγματα που αντλεί από κάθε της επέμβαση, η Άγκυρα με αυξημένη αυτοπεποίθηση υιοθετεί μια όλο και πιο επιθετική και αναθεωρητική εξωτερική πολιτική. Όπως είπε πρόσφατα ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου, υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, η χώρα του δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στα σύνορά της, γιατί «υπάρχει μια μεγαλύτερη Τουρκία».

Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί τον πυρήνα της προσπάθειας της Τουρκίας να εξελιχθεί σε διαπεριφερειακή δύναμη με στρατηγική αυτονομία. Μέσω αυτού του δόγματος, η Άγκυρα επιδιώκει να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο, υποχρεωτικό σημείο διέλευσης των εμπορικών οδών που συνδέουν την Ευρώπη με τον Ινδικό Ωκεανό και, κατ’ επέκταση, τις αγορές της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ελέγχοντας τις θαλάσσιες οδούς από τη Μαύρη Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ προς την Κεντρική Μεσόγειο, η Τουρκία θα ελέγχει τις κύριες ανατολικές οδούς διέλευσης προς την Ευρώπη και θα καταστεί η αδιαμφισβήτητη διαπεριφερειακή δύναμη. Αυτό θα αυξήσει τη γεωπολιτική της αξία τόσο ως προς τη Δύση και τη Μόσχα όσο και ως προς το Πεκίνο. Τοποθετώντας τη «Γαλάζια Πατρίδα» στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής, γίνεται αντιληπτό το γιατί η Άγκυρα παραμένει αδιάλλακτα επιθετική στην Ανατολική Μεσόγειο. Το κυριότερο εμπόδιο σε αυτό της το σχέδιο είναι τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου. Γι’ αυτό και μας θεωρεί δομικούς αντιπάλους, εμμένοντας στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου. Με τα λόγια του Ράιαν Γκινγκέρας, ειδικού σε θέματα Τουρκίας στο Τμήμα Υποθέσεων Εθνικής Ασφάλειας της Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, «οι αναθεωρητικές τάσεις του Ερντογάν καταδεικνύονται καλύτερα από την υποστήριξή του στη δημιουργία μιας μεγάλης “Γαλάζιας Πατρίδας” στην Ανατολική Μεσόγειο. Αν γινόταν το δικό του, η ελληνική κυριαρχία επί των νησιών και των θαλάσσιων διαμετακομιστικών οδών της περιοχής, σχεδόν θα εκμηδενιστεί».

Λαμβάνοντας υπόψη τη συναλλακτική νοοτροπία της Άγκυρας, η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα συνεπαγόταν μεγάλους κινδύνους για τη Δύση. Αρχικά, όλες οι δίοδοι διέλευσης ενέργειας προς την Ευρώπη θα τελούσαν υπό ρωσικό και τουρκικό έλεγχο. Με περίπου το 70% των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης να μεταφέρεται μέσω της Μεσογείου κάθε χρόνο, οι συνθήκες θα ήταν ιδανικές για μια ενεργειακή ομηρία της Ευρώπης. Δεύτερον, επιδιώκοντας τον έλεγχο του Ανατολικού Αιγαίου (και απαιτώντας την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών), η Τουρκία θα είναι σε θέση να ελέγξει μόνη της τις κινήσεις του ρωσικού στόλου από τη Μαύρη Θάλασσα προς την Ανατολική Μεσόγειο και αντίστροφα. Αυτό θα αύξανε την τουρκική επιρροή τόσο προς τη Δύση όσο και προς τη Ρωσία. Τέλος, η Τουρκία θα είχε τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη από την Ανατολική και Κεντρική Μεσόγειο, διατηρώντας έτσι τη δυνατότητα άσκησης υβριδικής πίεσης κατά βούληση.

Επιπλέον, το σχέδιο της Άγκυρας μοιάζει όλο και περισσότερο με τη «γραμμή των εννέα σημείων» (nine-dash line) της Κίνας, η οποία περιλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη τη Νότια Σινική Θάλασσα, τόσο ως προς τις μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις της όσο και ως προς την περιφρόνηση της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLoS). Σε έναν παγκοσμιοποιημένο και διασυνδεδεμένο κόσμο, οι ενέργειες της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα επικίνδυνο προηγούμενο, υπονομεύοντας περαιτέρω τη διεθνή έννομη τάξη.

Ενώ η περιφερειακή συνεργασία είναι αδύνατον να σταθεροποιηθεί μέσω του αποκλεισμού της Τουρκίας, είναι επίσης σαφές ότι η συνεργασία αυτή μπορεί να προχωρήσει μόνο στη βάση κοινών διεθνών κανόνων και προτύπων. Όπως κάθε άλλο παράκτιο κράτος στην Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία έχει έννομα συμφέροντα τα οποία καθορίζονται από το διεθνές δίκαιο. Η συμμόρφωση της Τουρκίας με την UNCLOS μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει ισχυρότερη και αποτελεσματικότερη περιφερειακή συνεργασία προς όφελος κάθε παράκτιου κράτους και της δυτικής συμμαχίας. Επί του παρόντος, οι επικρατούσες συμπεριφορές του τουρκικού κατεστημένου καθόλου δεν προοιωνίζονται μια τέτοια εξέλιξη. Μόνο ισχυρή αντίδραση από την Ελλάδα και συντονισμένη πολιτική πίεση από την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ μπορεί να προκαλέσει τη συμμόρφωση της Τουρκίας στη διεθνή νομιμότητα. Για να συμβεί αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση παραμένει η νόμιμη, βιώσιμη και αμοιβαία αποδεκτή επίλυση του Κυπριακού.

«Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να είναι θεατής σε μια παγκόσμια τάξη που διαμορφώνεται κυρίως από άλλους», αναφέρει το προοίμιο της Στρατηγικής Πυξίδας της Ε.Ε. Αν η Τουρκία καταφέρει να επιβάλει το παράνομο γεωπολιτικό τερατούργημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», αυτό ακριβώς το μέλλον θα αντιμετωπίσουμε.

 

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

* Ο κ. Αλέξανδρος Διακόπουλος είναι ειδικός σύμβουλος στο ΕΛΙΑΜΕΠ, Αντιναύαρχος ε.α., επίτιμος διοικητής Σχολής Εθνικής Αμύνης και ο κ.  Νίκος Στουρνάρας είναι βοηθός ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.