Του Υποναυάρχου (ε.α.) Δημητρίου Τσαιλά ΠΝ*

 

«Η μελέτη της ιστορίας», έγραψε κάποτε ο EH Carr, «είναι μια μελέτη αιτιών». Το πεδίο της ιστορίας εξηγεί τι συνέβη στο παρελθόν και γιατί. Τα ιστορικά έργα δεν είναι απλώς ξεκάθαρες αναφορές γεγονότων, αλλά επίσης προβάλλουν όλα τα αιτιώδη επιχειρήματα. Έτσι ο Θουκυδίδης αναφερόμενος για το «αναπόφευκτο» του Πελοποννησιακού Πολέμου κάνει μια χρήσιμη διάκριση μεταξύ των κοντινών και βαθύτερων αιτιών. Δηλαδή, των ακριβών γεγονότων που οδήγησαν στον πόλεμο και στο πιο θεμελιώδες ζήτημα της ισχύος, αλλά ταυτόχρονα, δείχνει επίσης στον σημερινό αναλυτή το όραμα των δρώντων που οδήγησαν στη σύγκρουση. Όπως στην ιστορία έτσι και σήμερα, αφορά τόσο τις αντιλήψεις των Ρώσων για τα συμφέροντά τους όσο και για τις συστημικές αλλαγές στην ισορροπία δυνάμεων.

Εκτιμάται ότι ο Θουκυδίδης όταν δηλώνει ως «αναπόφευκτο» τον πόλεμο, δεν εννοεί την αποτελεσματική αιτιότητα αλλά υποδηλώνει ότι οι δυνάμεις που εμπλέκονται είναι στην πραγματικότητα το προϊόν των υποκειμενικών απόψεων των ίδιων των δρώντων, που έχουν τις ρίζες τους, στους βαθύτατα αντίθετους χαρακτήρες τους ή στους τρόπους με τους οποίους, όπως οι πόλεις τότε, σήμερα οι ηγέτιδες δυνάμεις του κόσμου αντιλαμβάνονται διαφορετικά την ασφάλεια, την τιμή και το όφελος. Σε αυτή την περίπλοκη ιστορία, αυτό που εννοεί ο Θουκυδίδης αναγκαστικά είναι ίσως καλύτερα κατανοητό ως επιταγές του εθνικού συμφέροντος, καθώς οι δρώντες κατανοούν αυτά τα συμφέροντα, ενώ τα συμφέροντα εξαρτώνται από διαφορετικές κοσμοθεωρίες ή διαφορετικές πολιτιστικές αντιλήψεις.

Για να συνδυάσουμε, το τότε με το τώρα ο πόλεμος έγινε «αναπόφευκτος» όταν οι ίδιοι οι δρώντες έφτασαν σε σημείο να μην βλέπουν καμία εναλλακτική πέραν του πολέμου. Αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν ή έχουν δίκιο όταν καταλήγουν σε αυτήν την απόφαση ή ότι δεν υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις. Αντίθετα, ο Θουκυδίδης φωτίζει τη διαδραστική αλυσίδα των γεγονότων με την οποία οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές εγκλωβίστηκαν σε μονοπάτια και εξαρτήσεις, πεπεισμένοι για το εύλογο των πράξεων ή των πολιτικών τους, οι οποίες, σε μοιραίο συνδυασμό μεταξύ τους, οδήγησαν σε έναν αμοιβαία καταστροφικό πόλεμο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ευρώπη και η Ρωσία κινδυνεύουν πολύ εύκολα να εγκλωβιστούν σε επικίνδυνες εξαρτήσεις, που έχουν τις ρίζες τους στον ανταγωνισμό ισχύος σχετικά με τις επιταγές των ηγεμονικών συμφερόντων τους καθώς αυτά συναντούν συγκεκριμένες στρατηγικές περιοχές. Όπως για παράδειγμα, η κυρίαρχη αξίωση της Ρωσίας για τη μη επέκταση του ΝΑΤΟ προς την ανατολική Ευρώπη.

Μα φυσικά, θα ήταν ανόητο να αναμένουμε να μας λύσει τα προβλήματά μας ο Θουκυδίδης. Η Ιστορία όμως αποκαλύπτει τους χαρακτηριστικούς τρόπους με τους οποίους τα ανθρώπινα όντα καταφέρνουν, ή τις περισσότερες φορές αποτυγχάνουν, να ανταποκριθούν στις ανάγκες των περιστάσεων τους, γιατί το λάθος, δυστυχώς, υπερισχύει της λογικής κρίσης στις ανθρώπινες υποθέσεις. Στην πολιτική των ηγεμονικών δυνάμεων, ένα γραμμάριο πρόληψης αξίζει σίγουρα περισσότερο του ενός κιλού θεραπείας, γιατί αν το μικρόβιο που πρέπει να θεραπευτεί είναι πόλεμος, η ασθένεια έχει ήδη προχωρήσει πάρα πολύ.

Προσωπικά έχω εκφράσει, σε παλαιότερη δημοσίευση, την υποστήριξη μου για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατού. Σίγουρα είναι αναγκαία μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη, ένα νέο σύστημα αμοιβαίας ασφάλισης. Αυτό δεν διαφέρει μάλιστα από αυτό που πρότεινε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στη δεκαετία του ‘80, όπου περιέγραφε την ευρωπαϊκή ασφάλεια σαν την πολυκατοικία, που ένοικοι της ήταν οι πάντες, από τη Λισαβόνα ως το Βλαδιβοστόκ. Αυτό το σύστημα ασφαλείας θα μπορούσε να ελαχιστοποιήσει αποτελεσματικά όλες τις συμπλοκές, επειδή θα επικεντρωνόταν στη δημιουργία αμοιβαίας εμπιστοσύνης, με αποφυγή μιας κούρσας εξοπλισμών. Αλλά είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς την ειρήνη στην Ευρώπη χωρίς τη συμμετοχή της Ρωσίας. Ως εκ τούτου, είτε οι ΗΠΑ θα αποδεχτούν να υποστηρίξουν την ειρηνική πολιτική στην Ευρώπη, ή η Ευρώπη πρέπει να δημιουργήσει τη δική της ειρηνική πολιτική χωρίς τις ΗΠΑ, δημιουργώντας ένα νέο σύστημα κοινής ασφάλειας με τη Ρωσία.