Ταγίπ Ερντογάν

Του Αντιστρατήγου (εα) Λάμπρου Τζούμη

Παρά το γεγονός ότι οι φήμες για την κατάσταση της υγείας του Ερντογάν διαψεύστηκαν η εικόνα του δείχνει ότι είναι ιδιαίτερα ταλαιπωρημένος και όπως είναι φυσιολογικό έχουν ήδη ξεκινήσει έστω και υπόγεια οι διεργασίες και τα σενάρια διαδοχής του.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 και τη μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό, το καθεστώς της Τουρκίας έχει καταστεί αρχηγοκεντρικό και σε καθεστώτα τέτοιου τύπου δυσκολεύει η ομαλή μετάβαση σε μια διάδοχη κατάσταση και η πρόβλεψη για την «επόμενη μέρα».

Τα πρόσωπα που φαίνονται ως πιθανοί διάδοχοι του Ερντογάν για την ηγεσία του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, είναι ο Σουλεϊμάν Σοϊλού δηλ. ο σημερινός Υπουργός Εσωτερικών, στον οποίο υπάγεται η στρατοχωροφυλακή, η «πραιτοριανή» φρουρά του Ερντογάν. Ο Σοϊλού είναι ο πρωταγωνιστής των εκκαθαρίσεων στον δημόσιο τομέα με την κατηγορία της συνεργασίας με το δίκτυο του Γκιουλέν. Έτεροι υποψήφιοι στη διαδοχή για την ηγεσία στο κόμμα είναι ο Υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ, ο οποίος χαρακτηρίζεται από την εθνικιστική ρητορική του και ο Χακάν Φιντάν ο επικεφαλής της Μ.Ι.Τ., των μυστικών υπηρεσιών. Οι τρεις όμως προαναφερόμενοι παρά το ότι μπορεί να βρεθούν στην ηγεσία του κόμματος δεν έχουν το «πολιτικό ανάστημα» του Ερντογάν και δεν φαίνονται ικανοί να βρεθούν στην ηγεσία της Τουρκίας.

Επικρατέστεροι γι’ αυτό ίσως είναι ένας από τους προερχομένους από το κόμμα του Ερντογάν που έχουν αποχωρήσει, όπως  ο πρώην υπουργός οικονομικών Αλί Μπαμπατζάν, ο πρώην ΥΠ.ΕΞ. Αχμέτ Νταβούτογλου, οι οποίοι ασκούν έντονη κριτική στον Ερντογάν και ο Αμπουλάχ Γκιούλ συνιδρυτής, μαζί με τον Ερντογάν του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, που έχει διατελέσει στο παρελθόν  πρωθυπουργός και πρόεδρος της Τουρκίας.

Στο ρεπουμπλικανικό (κεμαλικό) κόμμα της αντιπολίτευσης, αυτή την στιγμή επικεφαλής είναι ο Κεμάλ Κιλιντζάρογλου αλλά διάδοχη κατάσταση φαίνεται στα πρόσωπα των δυο δημάρχων Κωνσταντινούπολης και Άγκυρας, Εκρέμ Ιμάμογλου και Μανσούρ Γιαβάς.

Η μετά τον Ερντογάν εποχή επηρεάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ;

Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν και στην ιστορική εμπειρία θα διαπιστώσουμε ότι στις μεγάλες ελληνοτουρκικές κρίσεις στο τιμόνι της Τουρκίας βρέθηκαν άνθρωποι που σε σχέση με τον Ερντογάν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μετριοπαθείς και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστούν ισλαμοφασίστες.

Το 1974 όταν έγινε η εισβολή και διχοτόμηση της Κύπρου πρωθυπουργός ήταν ο Μπουλέντ Ετσεβίτ που προερχόταν από το ρεπουμπλικανικό κόμμα και ήταν ένας άνθρωπος «καλλιεργημένος», σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Ήταν συγγραφέας, ποιητής αλλά ταυτόχρονα και αδίστακτος εθνικιστής όπως αποδείχτηκε στην Κύπρο.

Το 1976, στην κρίση με την έξοδο στο Αιγαίο του ερευνητικού σκάφους ΧΟΡΑ και την αμφισβήτηση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, πρωθυπουργός στην Τουρκία ήταν ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, φιλελεύθερος κεντροδεξιός, αλλά στην εν λόγω κρίση ο πόλεμος αποφεύχθηκε στο παρά πέντε. 

Στην επόμενη κρίση του 1987 με την έξοδο στο Αιγαίο του ερευνητικού σκάφους ΣΙΣΜΙΚ, πρωθυπουργός στην Τουρκία ήταν ο τεχνοκράτης οικονομολόγος Τουργκούτ Οζάλ ιδρυτής του κόμματος της Μητέρας Πατρίδας, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κόμμα της λαϊκής δεξιάς. Αλλά και πάλι η ένταση έφτασε στο κόκκινο και επιστρατεύτηκαν τα στρατιωτικά και διπλωματικά αντανακλαστικά της χώρας μας για να μην φτάσουμε στη στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία.

Στην κρίση των Ιμίων το 1996, πρωθυπουργός της Τουρκίας ήταν η μοναδική γυναίκα στην ιστορία της δηλ. η Τανσού Τσιλέρ, δυτικοτραφής, διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Κονέκτικατ και του Γέιλ. Παρόλα αυτά δεν δίστασε να δώσει εντολή για κατάληψη ελληνικού εδάφους και να φέρει τις δύο χώρες στα πρόθυρα του πολέμου.

Η οποιαδήποτε λοιπόν αλλαγή στην ηγεσία της Τουρκίας είτε από πρόσωπα προερχόμενα από τον πολιτικό χώρο του Ερντογάν, είτε από την αντιπολίτευση δεν πρόκειται να διαφοροποιήσει τον αναθεωρητισμό και την εθνικιστική αντίληψη που έχει το τουρκικό πολιτικό σύστημα απέναντι στη χώρα μας.

ΠΗΓΗ: www.militaire.gr

Ο Λάμπρος Τζούμης είναι Αντιστράτηγος (ε.α.), απόφοιτος της Σχολής Διοίκησης Επιτελών του Στρατού Ξηράς, της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου και της Σχολής Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε στο ΓΕΣ και στο ΓΕΕΘΑ ως επιτελής και σε διευθυντικές θέσεις. Σε εθνικό επίπεδο, τμηματάρχης Συνδρομής στην Αντιμετώπιση Καταστροφών. Στο ΝΑΤΟ εθνικός αντιπρόσωπος της Ελλάδας στις επιτροπές Civil Emergency Planning και Senior Civil Emergency Planning Committee. Διοικητής του 286ου Τάγματος Πεζικού στη Λήμνο, του 38ου Συντάγματος Πεζικού στη Ρόδο της Ελληνικής Δύναμης Κοσσυφοπεδίου και της 88ης ΣΔΙ (Ταξιαρχίας Λήμνου). Υποδιοικητής της ΧVI Mηχανοκίνητης Mεραρχίας Πεζικού (Διδυμότειχο).