Γαλάζια & Γαλανή Πατρίδα των Τούρκων [ΣΤ΄ ΜΕΡΟΣ]

Ιωάννης Βιδάκης[1] & Δημήτριος Γεωργαντάς[2]

“Believe me, you are but pismire ant: don’t seek to fight the elephants for they’ll crush you under their feet. Shall a petty prince such as you are contend with us? But your rodomontades (braggadocio) are not extraordinary; for a Turcoman never spake with judgement. If you don’t follow our counsels you will regret it”

“Πίστεψέ με, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά ένα μυρμήγκι: μην προσπαθείς να πολεμήσεις τους ελέφαντες γιατί θα σε συντρίψουν κάτω από τα πόδια τους. Θα πρέπει ένας μικρός πρίγκιπας, όπως εσύ, να είσαι αντιμέτωπος με εμάς; Αλλά οι κομπασμοί σας δεν είναι εξαιρετικοί – καθώς ένας Τουρκομάνος ποτέ δεν μιλά με κρίση. Εάν δεν ακολουθήσετε τις συμβουλές μας, θα το μετανιώσετε

Απόσπασμα μιας από τις επιστολές του Μογγόλου Τιμούρ/Ταμερλάνου [Timur], απευθυνόμενης στον Οθωμανό σουλτάνο Βαγιαζίτ [Bayezid].

Πηγή: Rhoads Murphey, Exploring Ottoman Sovereignty: Tradition, Image and Practice in the Ottoman Imperial Household 1400-1800; published by Continium, 2008; page-58

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι συγγραφείς εξετάζουν συνοπτικά σε μία σειρά άρθρων, την περιοχή της Κεντρικής Ασίας, Μέσης Ανατολής και Μικράς Ασίας – Ανατολίας. Τα συμπεράσματα είναι σπουδαία: πιστοποιείται η συνθετότητα και πολυπλοκότητα των γεγονότων στον εξεταζόμενο χώρο. Παρατηρείται η σημαντική συσχέτιση των πολιτικών παραγόντων, των προσωπικών ζητημάτων, της θρησκείας και των στοιχείων του πολιτιστικού τομέα. Επεξηγείται η σημασία του χώρου της Κεντρικής Ασίας, ως τόπου διέλευσης «βαρβαρικών» φυλών, η διασπορά τουρκικών φυλών στην περιοχή καθώς και η ύστερη ανάκτηση της δύναμης των Βυζαντινών. Διαπιστώνεται ο παρεξηγημένος μάλλον ρόλος των Μογγόλων στις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, οι αρχικές τους δράσεις εναντίον του μουσουλμανισμού, η ανακοπή της επέκτασης των Σελτζούκων και στη συνέχεια των Οθωμανών. Τα κείμενα επιχειρούν να διερευνήσουν συγκεκριμένα στερεότυπα και μπορούν να συνδράμουν τον αναγνώστη στην κατανόηση του μωσαϊκού της περιοχής στη σύγχρονη περίοδο.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Στο Α΄ Μέρος εξετάστηκε συνοπτικά ο ρόλος των Ελλήνων στην Κεντρική Ασία και στη συνέχεια ο ρόλος νομάδων – εισβολέων, Ιρανών και Τουρκογενών φυλών.

Στο Β΄ Μέρος  αναφέρθηκε περιληπτικά η έναρξη των αραβικών εισβολών στη συγκεκριμένη περιοχή, από την αντίθετη κατεύθυνση τη νοτιοδυτική. Στη συνέχεια οι Σαμανίδες γνώρισαν μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας, οικονομικής ευημερίας και πολιτιστικής εξέλιξης κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 9ου αιώνα και το πρώτο μισό του 10ου αιώνα. Στη συνέχεια εξετάστηκε το ζήτημα των Σελτζούκων, μίας σημαντικής φατρίας στα μέσα του 10ου αιώνα, των τουρκόφωνων φυλών των Ογούζων: αυτοί περιγράφονται από Άραβες και Ιρανούς ιστορικούς, ως περιπλανώμενους, όπως τα ζώα, χωρίς πραγματική θρησκεία. Οι Σελτζούκοι διατηρούσαν ακέραιες τις νομαδικές τους συνήθειες και κατόρθωναν να επιβιώνουν ως μισθοφόροι, από τα λάφυρα τα οποία αποκόμιζαν από τις διάφορες επιδρομές, καθώς και από την κτηνοτροφία. Τον 11ο αιώνα οι Σελτζούκοι μετανάστευσαν στην ηπειρωτική Περσία, στο Χορασάν και στην Χορεσμία, αφού νίκησαν τους Γαζνεβίδες. Ύστερα από μια επιτυχημένη πολιορκία του Ισφαχάν το 1050/51, ίδρυσαν μια αυτοκρατορία που αργότερα ονομάστηκε η Μεγάλη Αυτοκρατορία Σελτζούκων. Στη συνέχεια έφθασαν έως την Βαγδάτη, νικώντας τον σιίτη κυβερνήτη της το 1055, επικυρώνοντας τον σουννίτη Χαλίφη ως πνευματικό και ιδεολογικό επικεφαλής της Κοινοπολιτείας των Αββασιδών.  Το αποκορύφωμα της εξουσίας των Σελτζούκων υπήρξε το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αλπ Αρσλάν [1063–73] και του Μαλίκ Σαχ [1073–92]. Το 1089, ο Μαλίκ Σαχ (αντιγράφοντας τους Άραβες) εισέβαλε στη Σογδιανή (Υπερωξιανή – Transoxiana). Το 1092, το εβδομαδιαίο θρησκευτικό κήρυγμα γινόταν στο όνομα του Μαλίκ Σαχ, από την βόρεια Συρία έως το Ανατολικό Τουρκεστάν. 

Στο Γ΄ Μέρος, περιγράφεται συνοπτικά η μετέπειτα πορεία των Σελτζούκων, έως τη Μικρά Ασία. Οι Σελτζούκοι κατόρθωσαν στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας να αξιοποιήσουν την Αραβική Θρησκεία (Ισλάμ) και τον Ιρανικό Πολιτισμό. Ωστόσο παρά τη στρατηγική κατάκτηση και διαφύλαξη του περάσματος της Σογδιανής, έπεσαν και οι ίδιοι θύματα νεότερων εισβολών αρχικά από τουρκογενείς και στη συνέχεια από μογγολικές φυλές.          Επιπλέον αξιοποίησαν πολιτικά και στρατιωτικά τη νέα θρησκεία, το Ισλάμ, διασυνδέοντας με επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς, τον σελτζουκικό με τον χαλιφικό δυναστικό οίκο, ώστε κάθε επεκτατική επιχείρηση των Σελτζούκων να είχε το ”ηθικό” επίχρισμα της νόμιμης επιχείρησης αποκατάστασης της μουσουλμανικής ενότητας, υπό την αιγίδα του Ορθόδοξου (σουννιτικού) χαλιφάτου της Βαγδάτης. Ο Αλπ Αρσλάν (1063-1073), ξεκίνησε μια σειρά κατακτήσεων με απώτατο στόχο την διάλυση του μουσουλμανικού (σιιτικού) Χαλιφάτου των Φατιμιδών της Αιγύπτου, ενώ η εισβολή στην Αρμενία το 1064, κατέληξε στην βυζαντινή συμφορά στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071. H τελευταία μάλλον πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας αποφυγής πιθανής διαμόρφωσης βυζαντινο-φατιμιδικής συμμαχίας.

            Η ανικανότητα του Βυζαντίου στην αναγνώριση του πραγματικού κινδύνου των Σελτζούκων του Ρουμ, [το σουλτανάτο αυτό από εδαφική άποψη ήταν μικρό, σε σχέση με τις εκτάσεις των Μεγάλων Σελτζούκων, αποτέλεσε όμως το συνεκτικότερο και μακροβιότερο από τα σελτζουκικά κράτη, ανεξαρτήτως των μορφών υποτέλειας ή διακυβέρνησής του], στην επίτευξη κατάλληλων και αποδοτικών συμμαχιών και στην εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών, είχε ως παράγωγο την επόμενη μάχη του Μυριοκέφαλου (1176), μεταξύ Βυζαντινών και των νικητών Σελτζούκων του Ικονίου.

       Στο Δ΄ Μέρος, καταγράφεται η εμφάνιση των Μογγόλων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και ο σημαντικός ρόλος τους στην ιστορική της εξέλιξη. Η έλευση των Μογγόλων στο προσκήνιο της Ιστορίας, ανέτρεψε τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής που εξετάζουμε: ανέκοψε αρχικά την επέκταση του Ισλάμ, διέλυσε το Κράτος των Μεγάλων Σελτζούκων, εμπόδισε και περιόρισε την δύναμη των Σελτζούκων του Ρουμ/Ικονίου, συνέδραμε ακούσια στην επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς της Νίκαιας και προστάτευσε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Το Βυζάντιο, αλλά και η Δύση, δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν τα κοινά τους  συμφέροντα με το μογγολικό χανάτο του Ιράν, για να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά, τους Τουρκομάνους στη Μικρά Ασία – Ανατολία και τους Μαμελούκους στην Αίγυπτο και στην Εγγύς Ανατολή/Λεβάντε. Η εντυπωσιακότερη συνέπεια των μογγολικών κατακτήσεων από εθνοτική άποψη, ήταν η ευρεία διασπορά τουρκικών φύλων στην Δυτική Ασία. Ο Τζένγκις Χαν [Genghis Khan] φρόντισε έγκαιρα να εντάξει στο στρατό του αφοσιωμένα σ΄ αυτόν τουρκικά φύλα, καθώς οι Μογγόλοι δεν ήταν πολυάριθμοι, (λόγω του άγονου εδάφους), με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να ξεπερνούν τους ιθαγενείς Μογγόλους στις μογγολικές στρατιές. Έτσι διαδόθηκαν οι τουρκικές διάλεκτοι στις κατακτημένες περιοχές. 

            Στο Ε΄ Μέρος , συνεχίστηκε η περιληπτική εξιστόρηση, αναφέροντας τις συμμαχίες και τις αντιπαλότητες στην περιοχή της Μικράς Ασίας – Ανατολίας και στην ευρύτερη περιφέρεια, των Μογγόλων, των Λατίνων, των Βυζαντινών και των Σελτζούκων,  με την παρακμή των τελευταίων, την παρεπόμενη ανάδειξη των ανεξάρτητων – αυτόνομων εμιράτων και την εξέλιξη του οθωμανικού σε κυρίαρχη δύναμη.

            Στο ΣΤ΄ Μέρος που ακολουθεί, αναδεικνύεται η περίοδος του οθωμανικών εμφύλιων συρράξεων, μετά τον θάνατο του σουλτάνου Βαγιαζήτ, οι διαμάχες μεταξύ των Οθωμανών, η τελική επικράτηση  του Μωάμεθ Α΄ και η συνέχιση των συγκρούσεων και των εξεγέρσεων στην περιοχή. 

ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΟΘΩΜΑΝΩΝ [ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΜΕΣΟΒΑΣΙΛΕΙΟ]

Η πρώιμη Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχε ρυθμιζόμενη διαδοχή, και σύμφωνα με την τουρκική παράδοση, κάθε γιος θα μπορούσε να διαδεχθεί τον πατέρα του. Από τους γιούς του Βαγιαζήτ, ο μεγαλύτερος Ερτογρούλ [Ertuğrul] είχε πεθάνει το 1400, ενώ ο επόμενος στη σειρά, ο Μουσταφά, ήταν αιχμάλωτος του Ταμερλάνου. Ουσιαστικά παρέμεναν τέσσερις πρίγκιπες – Μωάμεθ, Σουλεϊμάν, Ίσα και Μούσα [Mehmed, (τουρκική εκφορά του αραβικού Muhammad), Süleyman, İsa και Musa –τα λοιπά εκφορές μάλλον ιουδαϊκών ονομάτων], να διεκδικήσουν τον έλεγχο των εναπομείναντων οθωμανικών εδαφών στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, περιόδου γνωστής και ως “Οθωμανικό Μεσοβασίλειο” – [“Ottoman Interregnum”], βλ.  https://www.youtube.com/watch?v=f1w5zBNvpW8

Στην ιστοριογραφία, αυτοί οι πρίγκιπες ονομάζονται συνήθως με τον τίτλο «Çelebi» [Τσελεμπή], αλλά σε σύγχρονες πηγές, ο τίτλος περιορίζεται για τους Μωάμεθ και Μούσα. Κατά την διάρκεια του πρώιμου Μεσοβασιλείου, ο Μωάμεθ συμπεριφέρθηκε ως υποτελής του Ταμερλάνου. Εκτός από τους άλλους πρίγκιπες που δεν αναγνώρισαν την εξουσία του Μογγόλου κατακτητή, ο Μωάμεθ έκοψε νόμισμα στο οποίο εμφανιζόταν το όνομα του Ταμερλάνου ως «Demur Han Gürgân», [Τιμούρ Χαν, σοφός/ισχυρός βασιλιάς, τουρκικά Demir], μαζί με το δικό του ως «Mehmed bin Bayezid han», [Μωάμεθ, γιος Βαγιαζήτ, χαν]. Τελικά ο Μωάμεθ ανακηρύχθηκε σουλτάνος της Αμάσειας [Eyalet of Rûm ή αργότερα Eyalet of Sivas], ενώ ο αδελφός του, Σουλεϊμάν ηγεμόνευε στην Αδριανούπολη (Εντιρνέ) και οι αδελφοί του Ίσα και Μούσα στο Μπαλικεσίρ [Balıkesir, Παλαιόκαστρον – Karesi] και στην Προύσα [Bursa, αρχ. Κίος], αντίστοιχα, διαχωρίζοντας το σουλτανάτο αρχικά σε τέσσερα μέρη – εκ των οποίων το ένα (Ρούμελη- Rumeli),  βρισκόταν σε ευρωπαϊκά εδάφη. Ένας άλλος αδελφός τους ο Μουσταφά, είχε αιχμαλωτιστεί μαζί με τον σουλτάνο πατέρα τους.

Χάρτης 1: Βαλκάνια & Μικρά Ασία, 1402-1403

Πηγή: https://www.youtube.com/watch?v=f1w5zBNvpW8

Αναλυτικότερα, ο Ίσα Τσελεμπή αγωνίστηκε στην μάχη της Άγκυρας μαζί με τον σουλτάνο-πατέρα του. Μετά την ήττα και αφού έμαθε για τον θάνατο του πατέρα του το 1403, άρχισε να διεκδικεί τον θρόνο, εναντίον των αδερφών του. Αρχικά συγκρούστηκε με τον Μούσα για τον έλεγχο της Προύσας, που ήταν πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αφού τον νίκησε ανέλαβε τον έλεγχό της, τον Μάρτιο του 1403. Ωστόσο η Ρούμελη (Βαλκάνια) ανήκε στον αδερφό του τον Σουλεϊμάν και το ανατολικό μέρος της Μικράς Ασίας στον Μωάμεθ. Ο Ίσα υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ του Βυζαντίου. Η μάχη του Ulubad [Λοπάδιον], διεξήχθη το 1403 μεταξύ του Ίσα και του Μωάμεθ: ήταν μια μεγάλη νίκη για τον δεύτερο, ο οποίος κατέλαβε την οθωμανική πρωτεύουσα την Προύσα και προχώρησε επίσημα στην διεκδίκηση της διαδοχής, με τελετή θρόνου και με την ταφή του σουλτάνου-πατέρα του.

Το οθωμανικό σουλτανάτο στα τέλη του 1403 χωρίστηκε σε δύο μέρη με ισάριθμους σουλτάνους: ένα στην Ρούμελη (Ευρώπη) με τον Σουλεϊμάν και ένα στην Ανατολία (Μικρά Ασία) με τον Μωάμεθ. Ο Ίσα κατέφυγε αρχικά στη Γιάλοβα (Ελενούπολη), προσωρινά στην Κωνσταντινούπολη, στη συνέχεια στην Ρούμελη και επέστρεψε στην Ανατολία τον Φεβρουάριο του 1404, μ΄ έναν στρατό που του διατέθηκε από τον αδελφό του Σουλεϊμάν. Νικήθηκε ξανά από τον Μωάμεθ κοντά στην Προύσα και τότε συμμάχησε με τον İsfendiyar Bey [Τζανταρίδες, Jandarids ή Candaroğulları, Chobanids] της Κασταμονής [Kastamonu, Paphlagonia], αλλά ηττήθηκε και πάλι στην Κράτεια [Gerede]. Προσέφυγε στους Καραμανίδες [Karamanoğlu]. Ο Karamanoğlu, ο οποίος ήταν πολύ ισχυρός στην Ανατολία, επέλεξε να μην δράσει εναντίον του Μωάμεθ και συμφώνησε μαζί του να υποχρεώσει τον Ίσα να απομακρυνθεί έξω από τα σύνορα του εμιράτου του.  Σύμφωνα με άλλες πηγές, ο Ίσα μετακινήθηκε στη Σμύρνη, όπου συμμάχησε με τον Τζιουνεΐτ μπέη[3]. Μέσω αυτού η συμμαχία επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει τους γείτονες ηγεμόνες των εμιράτων Sarukhan, Germiyan, Menteshe και Teke, [βλ. α/α 3, 14, 16, 18, Πίνακα 2 Ε΄ Μέρους]. Δεν είναι σαφές εάν τότε ο Τζιουνεΐτ ήταν υποτελής του Σουλεϊμάν, καθώς έγινε αργότερα. Ο Καστρίτσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εάν ήταν, τότε η υποστήριξη του Τζιουνεΐτ για τον Ίσα ήταν πιθανώς ευθυγραμμισμένη με την πολιτική του Σουλεϊμάν να υποστηρίζει τον Ίσα στη Μικρά Ασία, εναντίον του Μωάμεθ. Οι σύμμαχοι είχαν μεγαλύτερο στρατό, αλλά ο Μωάμεθ τους νίκησε σε μάχη κοντά στη Σμύρνη, με την βοήθεια της συμμαχίας του με τους Καραμανίδες [Karamanids] και το εμιράτο του Dulkadir, [βλ. α/α 2 και 20, Πίνακα 2]. Για να διατηρήσει την εξουσία του, ο Τζιουνεΐτ αναγκάστηκε να υποταχθεί στον νικητή και να ζητήσει χάρη, ενώ ο Ίσα προσπαθώντας να δραπετεύσει, αιχμαλωτίστηκε και στραγγαλίστηκε στο Εσκί Σεχίρ το 1406. Το πτώμα του τάφηκε στην Προύσα.

Ανησυχώντας από την αυξανόμενη δύναμη του Μωάμεθ, ο Σουλεϊμάν εισέβαλε ο ίδιος στη Μικρά Ασία (Τρωάδα) στις αρχές του 1404. Ο στρατός του προωθήθηκε σημαντικά στην Μικρά Ασία, σε βάρος των εδαφών του Μωάμεθ, καταλαμβάνοντας και την Προύσα τον Ιούνιο του 1404. Ανίκανος να αντιμετωπίσει τις ανώτερες δυνάμεις του αδελφού του, ο Μωάμεθ αποσύρθηκε ανατολικά και η διαφωνία μεταξύ των δύο αδελφών βρέθηκε σε μια περίοδο σχετικού αδιεξόδου, που διήρκεσε μέχρι το 1409. Την περίοδο 1405-1408 ο Σουλεϊμάν κατείχε και τις δύο πρωτεύουσες των Οθωμανών, όλα τα ευρωπαϊκά τους εδάφη και μεγάλο τμήμα της Μικράς Ασίας. Το Βυζάντιο δεν κατόρθωσε να συνδιαλλαγεί με τον φιλειρηνικό Σουλεϊμάν και φαίνεται να στήριξε αρχικά τον άλλο αδελφό τον Μούσα, και στη συνέχεια τον υπομονετικό και φιλόδοξο Μωάμεθ.

Χάρτης 2: Βαλκάνια και Δυτική Μικρά Ασία το 1410

 

Πηγή: By Constantine Plakidas – Own work, CC BY-SA 4.0

Αναλυτικότερα ο Σουλεϊμάν Τσελεμπή, (διοικητής της αριστερής πτέρυγας του οθωμανικού στρατού στη μάχη της Άγκυρας το 1402), μετά την ήττα του από τον Ταμερλάνο, μαζί με τον πρώτο βεζίρη του πατέρα του, [Çandarlı Ali Pasha, 1387-1406], υποχώρησαν δυτικά, καταδιωκόμενοι από το νικητή. Τα στρατεύματα του Τιμούρ μπήκαν στην Προύσα αμέσως μετά την έξοδο του Σουλεϊμάν, κατέστρεψαν την πόλη και τη λεηλάτησαν. Ο Σουλεϊμάν οπισθοχώρησε στην Καλλίπολη τον Αύγουστο του 1402. Πλοία της Βενετίας και της Γένουας μετέφεραν αυτόν και τους στρατιώτες του στην Ρούμελη, διασώζοντάς τους από την οργή του Τιμούρ. Θυμωμένος ο τελευταίος από την απιστία των χριστιανών, έστρεψε στη Σμύρνη, (τότε σημαντικό χριστιανικό φρούριο και ναυτική βάση στη Μικρά Ασία), την οποία κατάλαβε και σκότωσε τους υπερασπιστές της. Ίσως οι Λατίνοι τον θεώρησαν μεγαλύτερη απειλή από τον Σουλεϊμάν, ωστόσο η συνδρομή τους στον τελευταίο απέτρεψε την σφαγή του και την ενδεχόμενη ανάσχεση της εξουσίας των Οθωμανών στην Ευρώπη.

Ο Σουλεϊμάν κατάφερε να φθάσει πρώτος στην Αδριανούπολη, να αυτοανακηρυχθεί Σουλτάνος, (δεν θεωρείται όμως Σουλτάνος από την τουρκική ιστοριογραφία) και να κάνει συνθήκη ειρήνης με τους Βυζαντινούς. Λόγω του φιλειρηνικού του χαρακτήρα και της επισφαλούς θέσης του στον θρόνο, προτίμησε να συνδιαλλαγεί με τα χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων και να σταματήσει τους πολέμους που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του. Υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον πρίγκιπα της Βλαχίας Μίρτσεα, το 1403 με τον Μανουήλ τον Β΄ και σε ένδειξη καλής θέλησης επέστρεψε στο Βυζάντιο την Θεσσαλονίκη και μερικές πόλεις της Θράκης, (εδάφη της Προποντίδας και της Μεσημβρίας)[4]. Μετά την ειρηνευτική συμφωνία στις αρχές του 1403, ο Σουλεϊμάν αναδείχθηκε σε νόμιμο κυβερνήτη, λαμβάνοντας υποστήριξη πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών των γειτονικών χωρών, μέσω και του ικανού βεζίρη του πατέρα του. Εκμεταλλευόμενος ενδοσερβικές διαμάχες, επέκτεινε την εξουσία του επί της Σερβίας. Αλλά δεν παραιτήθηκε ποτέ από το στόχο του να καταλάβει τη Μικρά Ασία και να ανανεώσει την παλαιά Οθωμανική Αυτοκρατορία. Διέθεσε ένα μεγάλο στρατό στον αδελφό του Ίσα και τον έστειλε στη Μικρά Ασία. Ωστόσο ο Ίσα δεν τα κατάφερε. Όταν ο Μωάμεθ σκότωσε τον Ίσα το 1406, ο Σουλεϊμάν συγκέντρωσε δυνάμεις και τις μετέφερε από την Ευρώπη στη Μικρά Ασία. Ενώ ο Μωάμεθ απουσίαζε, επιτέθηκε στην Προύσα και την κατέλαβε. Συνειδητοποιώντας ότι δεν μπορούσε να αντισταθεί στον αδερφό του, ο Μωάμεθ αποσύρθηκε στην Αμάσεια, (πριν την έναρξη του εμφυλίου ήταν διοικητής του σαντζακίου της Αμάσειας, 1391-1402). Με έναν επιτυχημένο ελιγμό του βεζίρη του, ο Σουλεϊμάν κατέλαβε και την Άγκυρα: αναδείχθηκε λοιπόν στην Προύσα κυβερνήτης της Ρούμελης και της Ανατολίας, (με μόνη εξαίρεση τις επαρχίες Rum: Sivas, Amasya και Tokat). Ο Μωάμεθ εναντιωμένος κατευθύνθηκε στην Προύσα και οι δύο στρατοί ήρθαν αντιμέτωποι στην πεδιάδα του Γιενσιχίρ (Yenişehir, Νεάπολη), ανατολικά της Προύσας. Αλλά ο επιτήδειος βεζίρης του Σουλεϊμάν, εξαπάτησε τον Μωάμεθ με διάφορους ελιγμούς και προκάλεσε την διάλυση του στρατού του, πριν αρχίσει η μάχη. Αυτήν την φορά, ο Μωάμεθ έπρεπε να υποχωρήσει ξανά στην Αμάσεια χωρίς στράτευμα. Ο Σουλεϊμάν συνέχισε να βασιλεύει στην Προύσα. Το 1406 κατέλαβε το κάστρο Sivrihisar που είχε δώσει ο Τιμούρ στον Karamanoğlu. Οι επιδρομείς επιτέθηκαν στη γη των Καραμανιδών. Ο Aydınoğlu Cüneyd Bey και ο Menteşeoğlu İlyas Bey έπρεπε να αναγνωρίσουν την ανώτερη κυριαρχία του Σουλεϊμάν. Ωστόσο το ίδιο έτος πέθανε ο ικανός βεζίρης του, ο αρχιτέκτονας της επιτυχίας του. Ο θάνατος αυτού του έμπειρου πολιτικού ήταν η ακμή της εξουσίας για τον Σουλεϊμάν και η κατάρρευση της ισχύς του άρχισε μετά από αυτόν. Ο Σουλεϊμάν είχε δώσει μεγάλη σημασία στην Ανατολία και είχε παραβλέψει την εξουσία του στην Ευρώπη.

Το 1409, ο Mωάμεθ εφάρμοσε μια νέα στρατηγική: συμφώνησε με τον αδερφό του, Μούσα να τον στείλει στην Ρούμελη, από τη Σινώπη με πλοίο στην Βλαχία, εναντίον του  ισχυρού Σουλεϊμάν και ο ίδιος θα στεφόταν κατά της Προύσας, (διμέτωπος αγώνας σε Μικρά Ασία και Θράκη). Ο Σουλεϊμάν πληροφορήθηκε τα νέα του αδερφού του Μούσα, ο οποίος συγκέντρωνε στρατό στην Βλαχία, ενώ ήταν στο Ayasoluk (κοντά στη Σμύρνη). Επέστρεψε με τον İzmiroğlu Cüneyd Bey στην Αδριανούπολη. Προκειμένου να ανταπεξέλθει στις επιθέσεις του Μούσα, ο Σουλεϊμάν μετέβη στην Κωνσταντινούπολη το φθινόπωρο για να εξασφαλίσει την εύκολη διέλευση από τα Στενά. Στις συνομιλίες δήλωσε στον βυζαντινό αυτοκράτορα, ότι δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στις επιθέσεις του Μούσα χωρίς βυζαντινή υποστήριξη[5]. Γνωρίζοντας ότι ο Μούσα θα υιοθετούσε μια πολύ πιο σκληρή πολιτική εναντίον του Βυζαντίου, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ και ο Σουλεϊμάν υπέγραψαν συμφωνία υποστήριξης. Ως δείγμα καλής θέλησης προς το Βυζάντιο, ο Σουλεϊμάν παρέδωσε συγγενείς του ως ομήρους. Αμέσως μετά, έκανε μια ειρηνευτική συμφωνία και με τους Καραμανίδες.

Ο Mωάμεθ, ο οποίος ήταν επιτυχής στο πρώτο στάδιο αυτής της στρατηγικής, εισέβαλε αμέσως στην Προύσα και ανέλαβε την κυβέρνηση της Ανατολίας. Ο Μούσα με βάση την Δοβρουτσά της Βουλγαρίας, επεκτάθηκε σε βάρος του Σουλεϊμάν στην Ρούμελη και ο Μωάμεθ τον Νοέμβριο του 2009 επιτέθηκε στην Μικρά Ασία κατά του Σουλεϊμάν και μέχρι τον Απρίλιο του 1410 είχε αναγκάσει τα στρατεύματά του να αποχωρήσουν πλήρως. Το 1410, ο Μούσα νυμφεύτηκε την κόρη ηγεμόνα της Βλαχίας, και με την υποστήριξη των Βλάχων, Βουλγάρων και Σέρβων, κατάφερε να συγκεντρώσει ένα στρατό Τούρκων, κατά μήκος των συνόρων της Ρούμελης. Η πρώτη μάχη θα δοθεί στην Ιάμπολη τον Φεβρουάριο του 1410 και θα λήξει με ήττα του Σουλεϊμάν. Η ήττα αυτή θα ενθαρρύνει τον Μωάμεθ να επιτεθεί εναντίον των ασιατικών εδαφών του αδελφού του και έτσι θα καταφέρει να τον εκδιώξει από την Ανατολία. Ο Σουλεϊμάν παρά τον όποιο αρχικό αιφνιδιασμό του, καθότι δεν ανέμενε ένα τέτοιο εγχείρημα, καταφέρνει να αναδιοργανωθεί και να συντρίψει τον αδελφό του στις μάχες στο Κοσμίδιο στις 15 Ιουνίου 1410 και της Αδριανούπολης έναν μήνα μετά. Ο Μούσα κατέφυγε στη Σερβία και προετοιμάστηκε για να αντιμετωπίσει ξανά τον αδελφό του. Ο Σουλεϊμάν αποσύρθηκε στην Αδριανούπολη και στις απολαύσεις, ενώ οι φιλοπόλεμοι συντάχθηκαν με το μικρότερο αδελφό του τον Μούσα, ο οποίος κατάφερε να προωθηθεί σε βάρος του Σουλεϊμάν καθόλη την υπόλοιπη διάρκεια του 1410. Τελικά στις 17 Φεβρουαρίου 1411, κάτω από έναν χειμερινό καιρό, ο Μούσα εισέβαλε στην Αδριανούπολη και οι αποθαρρυνμένοι υποστηρικτές του Σουλεϊμάν δεν μπόρεσαν να του αντισταθούν. Ο Σουλεϊμάν σε άσχημη κατάσταση λόγω της επιδρομής και της εγκατάλειψής του,  στο σκοτάδι της νύχτας με πολύ λίγους άντρες δίπλα του, έφυγε προς την Κωνσταντινούπολη. Όταν έφθασαν στο χωριό Döğenciler, ο οδηγός τους, τον πρόδωσε, πληροφόρησε τους χωρικούς για την ταυτότητά του και τους παρότρυνε να τον σκοτώσουν για να ανταμειφθούν πλούσια από τον αδελφό του Μούσα Τσελεμπή. Οι χωρικοί τον σκότωσαν και έστειλαν το κεφάλι του στην Αδριανούπολη. Ωστόσο σύμφωνα με τις τουρκικές παραδόσεις της Κεντρικής Ασίας, ήταν σαφές ότι οι σουλτάνοι και οι απόγονοι τους δεν θα δολοφονούνταν από όχλο. Η τιμωρία για όσους παράβαιναν αυτόν τον κανόνα ήταν ο θάνατος. Έτσι όλο το χωριό καταστράφηκε από τον νικητή πλέον Μούσα. Το σώμα του σουλτάνου μεταφέρθηκε στην Προύσα και ενταφιάστηκε δίπλα στον πατέρα του.   

Ο Μούσα Τσελεμπή είχε αναλάβει αρχικά την Προύσσα, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας και ο Σουλεϊμάν την Αδριανούπολη, την δεύτερη πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους. Όταν το 1405 ο Ίσα κατέκτησε την Προύσσα και άρχισε να την κυβερνά ως υποτελής του Τιμούρ, ο Μούσα κατέφυγε νότια, στο εμιράτο των Germiyanids (Κιουτάχεια, Kütahya), και από εκεί στον Καραμάνογλου Μεχμέτ Μπέη, αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να την επανακτήσει. Όμως το 1403 ο Μωάμεθ κατέκτησε την Προύσα και ανέτρεψε τον Ίσα, (που σκοτώθηκε το 1406), κατέχοντας έτσι όλο το ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια ο Σουλεϊμάν εισέβαλε ο ίδιος στη Μικρά Ασία (Τρωάδα), κατέλαβε την Προύσα τον Ιούνιο του 1404, αναγκάζοντας τον Μωάμεθ να αποσυρθεί ανατολικά. Αργότερα ο Μωάμεθ και ο Μούσα συναντήθηκαν στο κάστρο Cemele, κοντά στο Κιρσεχίρ [Μωκισσός, ή Ἰουστινιανούπολις/Justinianopolis, στο κέντρο της Ανατολίας], για να σχεδιάσουν την ανατροπή του Σουλεϊμάν. Σύμφωνα με το σχέδιο ο Μούσα  θα περνούσε στην Βλαχία και θα πορευόταν στην Αδριανούπολη με τους στρατιώτες που συγκέντρωνε από την περιοχή. Ο Μωάμεθ θα έκανε επίθεση στην Προύσα. Συμφώνησαν δηλαδή στον διαχωρισμό του οθωμανικού κράτους σε δύο μέρη: ο Μούσα θα ήταν σουλτάνος ​​των οθωμανικών περιοχών στην Ρούμελη με έδρα την Αδριανούπολη και ο Μωάμεθ σουλτάνος ​​των οθωμανικών ανατολικών εδαφών με έδρα την Προύσα. Ο Σουλεϊμάν έχασε σταδιακά πολλούς από τους συμμάχους του και έτσι το 1411 ο Μούσα με μία ξαφνική επιδρομή τον νίκησε. Ο ηττημένος Σουλεϊμάν προσπάθησε να καταφύγει σε βυζαντινά εδάφη, όμως στις 18 Φεβρουαρίου 1411, χωρικοί τον σκότωσαν. Έτσι ο Μούσα έγινε σουλτάνος της Ρούμελης, με έδρα την Αδριανούπολη και ο Μωάμεθ σουλτάνος της Ανατολίας με έδρα την Προύσα.

Ο Μούσα άρχισε να εφαρμόζει πιο επιθετικές πολιτικές από τον Σουλεϊμάν: για πρώτη φορά ικανοποίησε τις απαιτήσεις των βετεράνων των συνόρων και κατέλαβε τα κάστρα Köprülü και Pravadı και το κέντρο των ορυχείων αργύρου Nobirda. Ο Μιχάλογλου (Mihaloglu) και οι επιδρομείς του επιτέθηκαν στη Μακεδονία. Καταργήθηκε η συμφωνία μεταξύ του Βυζαντινού Αυτοκράτορα και του Σουλεϊμάν. Στο μεταξύ συνεννοήθηκε με τον Σεΐχη Μπεντρεντίν, (ο οποίος αργότερα θα ξεκινούσε μια μεγάλη εξέγερση), στον οποίο δόθηκε μια θέση, από την οποία θα αύξανε την επιρροή του. Επειδή ο Μούσα γνώριζε ότι ο Μωάμεθ ήταν ισχυρός στην Ανατολία, ασχολήθηκε περισσότερο με το Βυζάντιο και άστοχα αποφάσισε να πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη το 1411. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας απελευθέρωσε τον Ορχάν, γιο του Σουλεϊμάν – ήταν όμηρος στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ορχάν στρατολόγησε στρατεύματα στην Θεσσαλονίκη και ξεκίνησε μια εξέγερση. Αλλά αυτή κατεστάλη πριν ο Μούσα εγκαταλείψει την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Αυτά τα στρατεύματα στη συνέχεια εισέβαλαν στην περιοχή της Θεσσαλίας, η οποία ανήκε στο Βυζάντιο.

Η σκληρή φύση του Μούσα  και η αλαζονική του συμπεριφορά, περιόρισε τους φιλικά προσκείμενους σ΄ αυτόν. Με αίτημα του Βυζαντινού Αυτοκράτορα για βοήθεια εναντίον του Μούσα, ο Μωάμεθ το 1412 συγκρούστηκε με τον ισχυρό αδερφό του. Οι δύο ετερόθρησκοι ηγεμόνες συναντήθηκαν στο Σκούταρι [Scutari, Χρυσόπολη στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου] και ορκίστηκαν ότι εάν νικούσαν, ο Μωάμεθ θα διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το Βυζάντιο, εάν έχαναν ο Μωάμεθ θα μπορούσε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Τον Οκτώβριο του 1412 στη μάχη του İnceğiz, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, νικητής αναδείχθηκε ο Μούσα. Ο Μωάμεθ τραυματίστηκε, υποχώρησε στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στην Προύσα. Αργότερα με νέο στρατό, διέσχισε τα Στενά εναντίον του Μούσα με βυζαντινές και σερβικές στρατιωτικές ενισχύσεις. Πραγματοποιήθηκε μια σειρά συγκρούσεων, αλλά κι αυτήν την φορά, ο Μούσα  επικράτησε και ώθησε τον αδερφό του πίσω στην Προύσα. Μετά την καταστολή της εξέγερσης του Τζιουνεΐτ, ο Μωάμεθ συγκέντρωσε τα στρατεύματά του στην Άγκυρα. Με την βοήθεια του πεθερού του, άρχισε να σχεδιάζει μια εισβολή στην Ρούμελη, (το ευρωπαϊκό μέρος της αυτοκρατορίας και προπύργιο του Μούσα), προκειμένου να τον αντιμετωπίσει. Κατά την πορεία του προς την Προύσα, ενίσχυσε τα στρατεύματά του. Κατά την διάβαση του Βοσπόρου, ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος, του δάνεισε στρατεύματα και πλοία. Ο Μωάμεθ από την Κωνσταντινούπολη, κατευθύνθηκε στην Αδριανούπολη. Στη συνέχεια προωθήθηκε προς το Κοσσυφοπέδιο για να ενώσει τις δυνάμεις του με τον σύμμαχό του (και ετεροθαλή θείο του), τον Σέρβο ηγεμόνα Στέφαν Λαζάρεβιτς. Έως τον Μάιο του 1413 είχε ενωθεί εδαφικά με τους συμμάχους του Σέρβους, διαχωρίζοντας το έδαφος της Ρούμελης σε δύο τμήματα. Στις 15 Ιουνίου 1413, ο Μωάμεθ μετέφερε στρατεύματα στην Θράκη μέσω της Μαύρης Θάλασσας. Ο Μούσα με τη συμπεριφορά του, έχανε εν δυνάμει συμμάχους και έστελνε τα πλήθη στην πλευρά του Μωάμεθ και οι στρατιώτες του έχασαν το ηθικό τους. Ο Μωάμεθ με τον Σέρβο ηγεμόνα που ενώθηκε μαζί του, επιτέθηκε στον Μούσα που υποχωρούσε στον Δούναβη και τελικά τον νίκησε στη μάχη του Τσαμουρλού (τουρκικά: Çamurlu Muharebesi, κοντά στο σημερινό Σάμοκοβ της Βουλγαρίας), στις 5 Ιουλίου 1413, την τελευταία σύγκρουση της Οθωμανικής Μεσοβασιλείας. Αρχικά, ο Μούσα, φάνηκε να κερδίζει τη μάχη, παρά την αποστασία του Γιγκίτ Πασά [Pasha Yiğit Bey] και του Σινάν Μπέη των Τρικάλων. Ωστόσο τελικά νικητής, αναδείχθηκε ο Μωάμεθ, με την βοήθεια σερβικών και βυζαντινών στρατευμάτων και ο Μούσα μετά από ισχυρή αντίσταση, τραυματίστηκε και εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης. Ενώ προσπαθούσε να δραπετεύσει, συνελήφθη και στραγγαλίστηκε. Το σώμα του μεταφέρθηκε στην Προύσα και τάφηκε στο μνήμα του πατέρα του, δίπλα στους αδελφούς του Ίσα και Σουλεϊμάν. Μετά τον θάνατό του η Οθωμανική Μεσοβασιλεία σταμάτησε, η τελευταία φάση της εποχής «Fetret», η οποία ήταν μια πολύ επικίνδυνη περίοδος που απειλούσε την διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε δύο κράτη και την επιβίωσή της ως ενιαία οντότητα, έληξε. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ενώθηκε ξανά, με σουλτάνο τον νικητή της μάχης, Μωάμεθ Α΄.

Εκμεταλλευόμενος την προκύπτουσα σύγχυση μετά τον θάνατο του Σουλεϊμάν από τον Μούσα, ο Τζιουνεΐτ εγκατέλειψε την θέση του και επέστρεψε στη Σμύρνη, όπου ανέκτησε πολλά από τα προηγούμενα εδάφη του και αποκεφάλισε τον κυβερνήτη που είχε διοριστεί από τον Σουλεϊμάν. Το ανώνυμο οθωμανικό χρονικό, «Aḥvāl-i Sulṭān Meḥemmed», [“Υποθέσεις του Σουλτάνου Μωάμεθ” – “Affairs of Sultan Mehmed”], καταγράφει ότι μετά την ήττα του από τον Μούσα στη μάχη του İnceğiz (χειμώνας 1411/1412), ο Μωάμεθ αναγκάστηκε να στραφεί κατά του Τζιουνεΐτ. Ο Τζιουνεΐτ είχε καταλάβει την περιοχή Aydın, και πολιορκούσε το Ayasoluk, του οποίου ο κυβερνήτης ήταν προφανώς πιστός στον Μωάμεθ. Ο χρονογράφος γράφει ότι ο Μωάμεθ ανέκτησε την επαρχία και ότι ο Τζιουνεΐτ πολιορκήθηκε στην «ακρόπολη της Σμύρνης». Αυτή η αναφορά είναι προβληματική, καθώς η ακρόπολη της Σμύρνης είχε καταστραφεί από τον Τιμούρ. Σύμφωνα με τον Καστρίτση, η αναφορά στο Ayasoluk μπορεί να ήταν λανθασμένη, εκτός κι αν η ακρόπολη της Σμύρνης είχε ξανακτιστεί. Όποια και αν είναι η ακριβής πορεία των γεγονότων, στο τέλος, ο Τζιουνεΐτ παραδόθηκε στον Mωάμεθ. Ο τελευταίος του επέτρεψε να διατηρήσει την επικράτειά του, αλλά απαίτησε η έκδοση νομισμάτων και η προσευχή της Παρασκευής [khutbah] – τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της κυριαρχίας στον ισλαμικό κόσμο – στο εξής να πραγματοποιούνται στο όνομά του.

Συνεπώς ο Μωάμεθ, ύστερα από έναν δεκαετή αγώνα εναντίον των αδελφών του για το σουλτανικό θρόνο[6], κατάφερε να επικρατήσει, με έξυπνη στρατηγική, με διπλωματία, με τύχη, κερδίζοντας την υποστήριξη των γαζήδων, των Τούρκων εμίρηδων της Μικράς Ασίας και των χριστιανών υποτελών, υπό την ηγεσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄. Σε αντάλλαγμα αυτής της υποστήριξης ο Μωάμεθ επικύρωσε την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης και ορισμένων θρακικών πόλεων στο Βυζάντιο, που είχε κάνει ο αδερφός του Σουλεϊμάν από το 1403. Ο Μωάμεθ στέφθηκε σουλτάνος στην Αδριανούπολη [Edirne], στο ευρωπαϊκό τμήμα της αυτοκρατορίας. Σύντομα δε και παρά τον πολυετή εμφύλιο πόλεμο, με επικεφαλής τον Μωάμεθ Α΄ (1413-1421), οι Οθωμανοί ανασυντάχθηκαν.

Συμπερασματικά, η χρονική αυτή περίοδος [20 Ιουλίου 1402 – 5 Ιουλίου 1413, ήτοι σχεδόν 11 έτη], σκληρών εμφύλιων συγκρούσεων, από την κυρίαρχη τουρκική ιστοριογραφία περιγράφεται κατ΄ ευφημισμό, ως «Οθωμανικό Μεσοβασίλειο», [“Ottoman Interregnum”, διάστημα Fetret]. Εκτός απ΄ αυτό το σχήμα λόγου, αποφεύγεται η ονοματοδοσία των σουλτάνων γι΄ αυτήν την περίοδο, οι επίδοξοι αδελφοί – διεκδικητές του θρόνου χαρακτηρίζονται με το επίθετο «Τσελεμπή» [Çelebi],   σουλτάνος δεν φέρεται να υφίσταται για το υπόψη χρονικό διάστημα και η βασιλεία του Μωάμεθ Α΄ λογίζεται για τα οκτώ έτη μετά απ΄ αυτό το διάστημα (1413-1421). Η εποχή των εμφυλίων πολέμων αποτελεί μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους της οθωμανικής ιστορίας: ποτέ ξανά δεν θα βιώσουν οι Οθωμανοί τέτοιου είδους κατάσταση στην οποία να κινδυνεύουν τόσο πολύ ως κρατική οντότητα. Μόνο στο ισόχρονο περίπου διάστημα, μεταξύ 1912-1922, [μετά από 490 έτη], οι Οθωμανοί θα γνωρίσουν και πάλι, τέτοιου βαθμού ήττα και αποσταθεροποίηση του κράτους τους[7].

Η βαριά ήττα από τον Ταμερλάνο και οι συνέπειές της, η ουσιαστική διάλυση του Οθωμανικού σουλτανάτου του Βαγιαζήτ, [μόλις εκατό έτη από της ίδρυσής του], και ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε φαίνεται να αποτελούν μεταξύ άλλων, και «ιστορικό ταμπού» για τους Τούρκους: απεδείχθη η ευπάθειά τους, οι σφετερισμοί για τον θρόνο, οι διαμάχες μεταξύ ομόφυλων και μάλιστα σουνιτών μουσουλμάνων, η συμμαχία με «άπιστους» εναντίον ομογενών και ομόδοξων.   

 Ωστόσο αυτή η διαμάχη μεταξύ των διαδόχων του θρόνου, φαίνεται να είχε και άλλες συνέπειες: ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1520-1566), κοντόφθαλμα πρόσταξε να δολοφονηθούν οι επίφοβοι διάδοχοί του, με αποτέλεσμα να τον διαδεχθεί ένας ηλίθιος που γλίτωσε και ταιριαστά ονομάστηκε «Σελίμ ο Ηλίθιος», (1566-1574)[8]. Από την εποχή του Σελίμ έγινε έθιμο να απομονώνεται ο κυριότερος διάδοχος του θρόνου σε μία πλουμιστή φυλακή του παλατιού, (το λεγόμενο κλουβί), απ΄ όπου εάν τελικά γλίτωνε, μια μέρα «ξεμύτιζε» για να κυβερνήσει, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για την διοίκηση και την αυτοκρατορία.

Σημειώνεται ότι στη μάχη του Köse Dağ (κοντά στη Σεβάστεια), μεταξύ του κυρίαρχου στη Μικρά Ασία σελτζουκικού σουλτανάτου του Ρουμ και των Μογγόλων, στις 26 Ιουνίου 1243 νίκησαν οι τελευταίοι και οι Σελτζούκοι έγιναν υποτελείς τους έως την κατάρρευση του Ιλ-Χανάτου το 1335, για να μην ανασυνταχθούν ποτέ ξανά και να διαλυθούν.

Ύστερα από 159 έτη, στη μάχη της Άγκυρας μεταξύ του ισχυρού οθωμανικού σουλτανάτου σε Μικρά Ασία και Βαλκάνια και των Μογγόλων, στις 20 Ιουλίου 1402,  ηττήθηκαν οι Οθωμανοί, διασώθηκαν καταφεύγοντας σε ευρωπαϊκά εδάφη (Ρούμελη) και με υποταγή, κατάφεραν να ανασυνταχθούν μετά από αιματηρές εμφύλιες συγκρούσεις.   

Τέλος οι ανασυνταγμένοι Οθωμανοί απέφυγαν το 1430 μια τρίτη μοιραία ίσως, μογγολική εισβολή στη Μικρά Ασία, από τον Σαχρούχ [Shahruh Mirza (1377-1447)], τρίτου ηγεμόνα της αυτοκρατορίας των Τιμουρίδων [Timurids], ο οποίος συμμετείχε στην εκστρατεία της Ανατολίας με τον Τιμούρ και είχε αναλάβει την διοίκηση της αριστερής πτέρυγας του στρατού στη μάχη της Άγκυρας. Ο Σαχρούχ ο οποίος διαδέχθηκε τον Τιμούρ, δήλωσε ότι του ανήκαν τα δικαιώματα επί όλων των μικρασιατικών εδαφών, που κάποτε ήταν υπό την κυριαρχία των Σελτζούκων και του Ιλ-Χανάτου και απείλησε με εισβολή. Έτσι διατηρήθηκε και η ανεξαρτησία των λοιπών εμιράτων της Ανατολίας, τα οποία εποφθαλμιούσαν οι Οθωμανοί. Στις 17-18 Σεπτεμβρίου 1429, στη μάχη της Salmas, (τουρκο-ιρανικά σύνορα), η οποία διήρκεσε τρείς ημέρες, οι Μογγόλοι νίκησαν τον στρατό των Τουρκομάνων Κάρα Κογιουνλού [Kara Koyunlu]. Η νίκη αυτή άνοιξε τις πύλες της Ανατολίας και της Συρίας στους Μογγόλους και ο Σαχρούχ ενώ βρισκόταν στο Καραμπάχ, δέχθηκε, πρέσβεις με δώρα από την Δαμασκό, την Αίγυπτο και την Βενετία για να τον συγχαρούν για τη νίκη και να τον κολακεύσουν. Επιπλέον οι Ενετοί οι οποίοι ήταν σε διαμάχη με τους Οθωμανούς, τον προσκάλεσαν να εισβάλει στην Ανατολία, για να τους θέσει σε διμέτωπο αγώνα. Ο Σαχρούχ δεν αποδέχθηκε αυτήν την προσφορά, άφησε μέρος του στρατού του στο Αζερμπαϊτζάν και αποφάσισε να επιστρέψει στο Χορασάν (Herat). Όταν οι Οθωμανοί και οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου πληροφορήθηκαν για τα σχέδια της επιστροφής του, ανάσαναν και η ατμόσφαιρα έντασης τερματίστηκε. 

ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ 

Το 1413 ο Μωάμεθ Α΄, επέστρεψε στη Μικρά Ασία. Στην απουσία του ο Μπέης του Καραμάν (εμιράτο), είχε καταλάβει την Προύσα. Ο Τζιουνεΐτ [εμιράτο Aydinids] είχε επίσης εκμεταλλευτεί την απουσία του για να επεκταθεί ενάντια στους γείτονές του. Σύμφωνα με τον Δούκα, ο Μωάμεθ έστειλε μηνύματα στον Τζιουνεΐτ, διατάσσοντας τον να παραδώσει τα εδάφη που είχε καταλάβει. Πρότεινε ο Τζιουνεΐτ να διατηρήσει τα αρχικά του εδάφη, σε αντάλλαγμα γάμου μεταξύ της κόρης του και του Μωάμεθ. Όταν ο Τζιουνεΐτ έλαβε το μήνυμα, με την «αλαζονεία και την υπερηφάνεια του», πάντρεψε την κόρη του μ΄ ένα σκλάβο, έναν Αλβανό εξωμότη και διέταξε τον απεσταλμένο του Μωάμεθ να επιστρέψει στον σουλτάνο το προσβλητικό μήνυμα ότι «έχουμε γαμπρό έναν Αλβανό σαν τον ίδιο [δηλ. τον Μωάμεθ], ένα λυτρωμένο σκλάβο σαν αυτόν, έχοντας έναν αφέντη τόσο ισχυρό όσο ο ίδιος, νεότερο και σοφότερο από αυτόν.”

Μετά την ανακατάληψη της Προύσας, ο Μωάμεθ στράφηκε νότια για να αντιμετωπίσει τον Τζιουνεΐτ. Ο τελευταίος ενίσχυσε τα φρούρια και περίμενε την άφιξη του Οθωμανού Σουλτάνου στο Ayasoluk. Η μητέρα του, τα παιδιά του, και ο αδελφός του έμειναν στην πρωτεύουσά του, τη Σμύρνη, την οποία οχύρωσε και προετοίμασε για μακρά πολιορκία. Κατά την διάρκεια της πορείας του προς νότο, ο Μωάμεθ κατέλαβε τα φρούρια του Αλίαγα [Κύμη, Kymai], του Κεμάλ-πασά [Nif Castle, https://www.castles.nl/castles-in-turkey]. Στο τελευταίο κάστρο, αιχμαλώτισε τον γαμπρό-σκλάβο και τον ευνούχισε ως εκδίκηση για την προσβολή του προσώπου του. Όταν ο Μωάμεθ έφθασε στη Σμύρνη, συναντήθηκε με μεγάλο αριθμό τοπικών ηγεμόνων – σύμφωνα με τον Δούκα: “με τους κυβερνήτες της Παλαιάς και Νέας Φώκαιας, των Germiyanids και του Mentese, Καρίας, οι άρχοντες της Μυτιλήνης και της Χίου, ο μεγαλοπρεπής κύριος της Ρόδου”. Υποτάχθηκαν σ΄ αυτόν και πρόσφεραν την βοήθειά τους εναντίον του Τζιουνεΐτ. Ο Δούκας δηλώνει ότι το έπραξαν για δύο λόγους: «καλοσύνη και ήπιος χαρακτήρας του Μωάμεθ και ανώτερη στρατιωτική του δύναμη» από τη μία πλευρά, και λόγω της «πονηρίας και της εχθρικότητας του Τζιουνεΐτ, από την άλλη». Μετά από πολιορκία δέκα ημερών από ξηρά και θάλασσα, η μητέρα, η σύζυγος και τα παιδιά του Τζιουνεΐτ παρουσιάστηκαν και παρέδωσαν την Σμύρνη: εμφανίστηκαν στον σουλτάνο δηλώνοντας την υποταγή τους και παρακαλώντας τον να συγχωρέσει τον Τζιουνεΐτ. Τελικά, ο Μωάμεθ τον συγχώρησε, καθώς εμφανίστηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε την υπακοή του.

Έτσι το μπεϊλίκι του, προσαρτήθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (ορίστηκε ως διοικητής ο Βούλγαρος πρίγκιπας Αλέξανδρος) και ο ίδιος διορίστηκε ως κυβερνήτης (σαντζάκ-μπέης) στη Νικόπολη της Βουλγαρίας. Η Σμύρνη τέθηκε υπό την διοίκηση των Οθωμανών. Η συνεχής αστάθεια του Τζιουνεΐτ είχε αναδείξει την πολιορκία του φρουρίου Kadifekale στην πόλη, όπου ήταν η οικογένεια και οι δυνάμεις του, ένα διεθνές γεγονός. Τα χριστιανικά ναυτικά της Ρόδου, της Λέσβου και της Χίου και το ναυτικό του πριγκιπάτου Menteşe συνεργάστηκαν με τους Οθωμανούς και έπαιξαν ρόλο στην κατάληψη της Σμύρνης. Οι Ιππότες της Ρόδου απαίτησαν να ανοικοδομήσουν το παραλιακό κάστρο της Σμύρνης [İzmir Okkale], το οποίο είχε καταστραφεί από τον Τιμούρ σε αντάλλαγμα για την βοήθειά τους. Ο Μωάμεθ Α΄ αντιστάθηκε στην επιμονή τους. Ωστόσο, καθώς ήθελε να διατηρήσει σχέσεις μαζί τους, τους επέτρεψε να κτίσουν το Κάστρο της Αλικαρνασσού.

Χάρτης 3: Περιοχή της Σμύρνης

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Junayd_of_Ayd%C4%B1n#/media/File:Aydinid_beylik_area_map.svg

Στη συνέχεια ο Μωάμεθ ασχολήθηκε με την επέκταση της εξουσίας του στη Μικρά Ασία: το 1414-1415 ανακατέλαβε το εμιράτο του Μεντεσέ και μεγάλο μέρος του Καραμάν (Τουρκομάνοι)[9], του κύριου αντίπαλου της ανερχόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με προϊστορία συγκρούσεων μεταξύ τους. Το 1416 κατέστησε την Βλαχία φόρου υποτελή. Μετά το 1416 εγκατέστησε την έδρα του στην Αδριανούπολη και ασχολήθηκε με την ενίσχυση της εξουσίας του στα Βαλκάνια. Ίδρυσε το οθωμανικό ναυτικό και τα πλοία του υπό την ηγεσία του Çalı Bey, στάλθηκαν την άνοιξη του 1416 εναντίον του χριστιανού Δούκα της Νάξου. Ο οθωμανικός στόλος ξαφνικά άλλαξε πορεία και άρχισε να ακολουθεί ενετικά εμπορικά πλοία που επέστρεφαν από την Τραπεζούντα με εμπορεύματα. Τα εμπορικά πλοία κατάφεραν να διαφύγουν στην Εύβοια [Negroponte], βάση τότε της Βενετίας στο Αιγαίο. Το οθωμανικό ναυτικό επιτέθηκε ανεπιτυχώς. Στο μεταξύ, ο ενετικός στόλος υπό τον Petro Loredan ήταν κοντά και καταδίωξε τα πλοία Çalı Bey έως την Καλλίπολη. Το πρωί της 29ης Μαΐου, το οθωμανικό και το ενετικό ναυτικό ναυμάχησαν και έως τις 14:00 οι Ενετοί είχαν καταστρέψει όλα τα εχθρικά πλοία. Οι Ενετοί σκότωσαν όλους τους ναυτικούς (περιλαμβανομένων των αιχμαλώτων, χωρίς διάκριση μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών, του Çalı Bey και όλων των κυβερνητών). Παρά την εκδικητική στάση των Ενετών, υπήρχαν φόβοι και προσπάθειες για να αποτραπεί η οθωμανική αυτοκρατορία να εξαλείψει το ενετικό μονοπώλιο στο Αιγαίο Πέλαγος. Ως αποτέλεσμα, η πρώτη ειρηνευτική συνθήκη υπογράφηκε μεταξύ των Οθωμανών και των Ενετών: το 1417, ο σουλτάνος ​​έστειλε απεσταλμένους στην Βενετία για να υπογράψει επίσημα αυτήν τη συμφωνία.

Ο Μωάμεθ το ίδιο έτος υπέταξε την Αλβανία και άρχισε να στρέφει τις κατακτητικές του διαθέσεις στην Βοσνία και την Ουγγαρία. Ασχολήθηκε με την κατάπνιξη της εξέγερσης του Σεΐχη Μπεντρεντίν  και αργότερα του αδελφού του Μουσταφά. Ειδικότερα ως αποτέλεσμα της μάχης της Άγκυρας και των άλλων εμφυλίων πολέμων, ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας είχε μειωθεί και βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Ένα πολύ ισχυρό κοινωνικό και θρησκευτικό κίνημα εμφανίστηκε στην αυτοκρατορία και προκάλεσε αναστάτωση, καθοδηγούμενο από τον Σεΐχη Μπεντρεντίν [Sheikh Bedreddin (1359–1420)], υποστηρικτή του Μούσα Τσελεμπή. Το 1416, ο Σεΐχης ξεκίνησε την εξέγερσή του ενάντια στον θρόνο. Μετά από έναν τετραετή αγώνα, τελικά συνελήφθη από τον μεγάλο βεζίρη του Μωάμεθ και απαγχονίστηκε στην πόλη των Σερρών, το 1420[10].

Πρόσθετα λίγο μετά την έναρξη της βασιλείας του Μωάμεθ, ο αδελφός του,  με τ΄ όνομα Μουσταφά, κρυμμένος στην Ανατολία κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, επανεμφανίστηκε: ο Μουσταφά κατά την περίοδο της Οθωμανικής Μεσοβασιλείας, ήταν αιχμάλωτος στη Σαμαρκάνδη (σημερινό Ουζμπεκιστάν). Με τον θάνατο του Ταμερλάνου το 1405, επέστρεψε στην Ανατολία. Μετά τη Μεσοβασιλεία, από την οποία νικητής αναδείχτηκε ο Μωάμεθ, ο Μουσταφά εμφανίστηκε στην Ρούμελη με την βοήθεια του βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και μετέβη στην Βλαχία. O Μουσταφά ζήτησε από τον αδερφό του να μοιραστούν την αυτοκρατορία. Ο Μωάμεθ Α΄ αρνήθηκε το αίτημα του. Επειδή όμως, ο Μωάμεθ, δεν εμπιστευόταν και τον Τζιουνεΐτ της Σμύρνης, ο οποίος βρισκόταν στην Βουλγαρία κοντά στον Μουσταφά, έστειλε δύο άτομα να τον σκοτώσουν. Όμως, ο Τζιουνεΐτ συνάντησε τον Μουσταφά, περνώντας τον Δούναβη, δυο μέρες πριν την άφιξη των δολοφόνων. Ο Μουσταφά διόρισε τον Τζιουνεΐτ ως βεζίρη του. Με στρατιώτες που διατέθηκαν από τον ηγεμόνα της Βλαχίας Μιρτσέα Α΄[ Mircea I, 1386–1418], ο Μουσταφά και ο Τζιουνεΐτ εισέβαλαν στην Θράκη και προσπάθησαν να εξεγείρουν τις τοπικές οθωμανικές δυνάμεις. Απέτυχαν και βρήκαν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη. Την άνοιξη του 1416, μετακινήθηκαν στην βυζαντινή πόλη της Θεσσαλονίκης, και προσπάθησαν να αντλήσουν υποστήριξη από τους Οθωμανούς άρχοντες της Μακεδονίας. Αν και κατέλαβαν τις Σέρρες, απέτυχαν να κερδίσουν περισσότερους υποστηρικτές. Ο Μωάμεθ τους νίκησε σε μάχη το φθινόπωρο. Ο Μουσταφά και ο Τζιουνεΐτ υποχώρησαν στην Θεσσαλονίκη το 1416, όπου ο τοπικός κυβερνήτης, Δημήτριος Λάσκαρης Λεοντάρης, τους ανέλαβε υπό την προστασία του. Ο Μωάμεθ πολιόρκησε την πόλη, έως ότου ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (1391–1425) συμφώνησε να τους κρατήσει ως ομήρους για όσο διάστημα ζούσε ο Μωάμεθ, σε αντάλλαγμα για ετήσια πληρωμή 300.000 άσπρων [akçes]. Ο Μουσταφά φυλακίστηκε στην Λήμνο και ο Τζιουνεΐτ κλείστηκε στην Μονή Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Μωάμεθ κατέλαβε και την Αττάλεια, εδραίωσε την δύναμή του, έκανε την Αδριανούπολη την πιο σημαντική από τις πρωτεύουσες και κατέκτησε τμήματα της Αλβανίας, το εμιράτο των Jandarids (Παφλαγονία) και το Αρμενικό βασίλειο της Κιλικίας από τους Μαμελούκους. Η βασιλεία του Μωάμεθ Α΄ ως σουλτάνου της ενωμένης αυτοκρατορίας διήρκεσε μόνο οκτώ έτη πριν από τον θάνατό του, αλλά ήταν επίσης ο ισχυρότερος αδελφός που διεκδίκησε τον θρόνο και ο de facto κυβερνήτης μέρους της αυτοκρατορίας για σχεδόν ολόκληρη την εντεκάχρονη περίοδο της Οθωμανικής Μεσοβασιλείας. Λαμβάνοντας υπόψη τα πολλά του επιτεύγματα, ο Μωάμεθ Α΄ αναγνωρίστηκε ως ο «δεύτερος ιδρυτής» του Οθωμανικού Σουλτανάτου.

Ωστόσο, ο Μωάμεθ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα: πρώτα το ζήτημα του ανιψιού του Ορχάν (γιού του Σουλεϊμάν), τον οποίο ο Μωάμεθ αντιλήφθηκε ως απειλή για την εξουσία του, όπως ήταν και οι αδελφοί του. Υποτίθεται ότι υπήρχε συνωμοσία από τον Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο, ο οποίος προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον Ορχάν εναντίον του Μωάμεθ. Ωστόσο, ο σουλτάνος ανακάλυψε την συνωμοσία και τύφλωσε τον Ορχάν για προδοσία, σύμφωνα με μια κοινή βυζαντινή πρακτική, ώστε να διασφαλίσει τον θρόνο στον γιο του Μουράτ Β΄ και αποφάσισε να στείλει τους δύο γιους του Γιουσούφ και Μαχμούτ να κρατηθούν ως όμηροι από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’, στοχεύοντας να αποφύγει και άλλες εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των διαδόχων του.

Όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ Α΄ πέθανε έξαφνα σε κυνήγι το 1421, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος, είδε το γεγονός αυτό ως μία ευκαιρία για να απελευθερώσει την Καλλίπολη, αν και ο πατέρας του, Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος διαφωνούσε. Φημολογείται ότι ήταν ο πρώτος σουλτάνος ​​του οποίου ο θάνατος αποκρύφτηκε μέχρι να φθάσει ο γιός του : διοργανώθηκε παρέλαση για να καθησυχάσει τους στρατιώτες που ήταν ύποπτοι για την κατάστασή του και των οποίων οι εξεγέρσεις εμποδίστηκαν με δυσκολία, ενώ το μουμιοποιημένο πτώμα του φορούσε μια ρόμπα, ένα τουρμπάνι στο κεφάλι του και τα χέρια του χαιρέτιζαν μπροστά στο παράθυρο. Ο Μουράτ Β΄, γιός του Μωάμεθ Α΄, αρνήθηκε να τηρήσει τις υποχρεώσεις του πατέρα του έναντι των Βυζαντινών. Κατά συνέπεια, ο Μουσταφά και ο Τζιουνεΐτ απελευθερώθηκαν και ο Ιωάννης Η΄ τους βοήθησε να διεκδικήσουν τον οθωμανικό θρόνο, εναντίον του 17χρονου Μουράτ Β΄. Ο Μουσταφά θεώρησε ότι θα μπορούσε να νικήσει τον ανιψιό του, Μουράτ Β΄. Αφού ο Μουσταφά ορκίστηκε επίσημα υπακοή στον αυτοκράτορα και παράδοση των επιθυμητών εδαφών, ένας βυζαντινός στόλος υπό τον Δημήτριο Λεοντάρη τους έφερε στην Καλλίπολη, που έλεγχε τον Ελλήσποντο, στις 15 Αυγούστου 1421. Τα στρατεύματα του Μουσταφά και του Λεοντάρη αποβιβάστηκαν μπροστά στην πόλη, όπου είχαν συγκεντρωθεί η φρουρά και η τοπική πολιτοφυλακή για να τους αντιταχθούν. Οι άντρες του Μουράτ “δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στον Τζιουνεΐτ, επειδή ήταν θαρραλέος και εμπειροπόλεμος”, σύμφωνα με τον Δούκα, ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να οχυρωθούν στην πόλη. Ο Μουσταφά έπειτα απευθύνθηκε στην φρουρά και έπεισε πολλούς από αυτούς να παραδοθούν και την επομένη εισήλθε στην Καλλίπολη. Ύστερα πορεύτηκε στην Αδριανούπολη, ενώ ο Λεοντάρης πολιόρκησε την ακρόπολη της Καλλίπολης, η οποία συνέχισε να αντιστέκεται. Στη συνέχεια ο Μουσταφά κέρδισε την εύνοια των Οθωμανών διοικητών της Ρούμελης. Σε αντίθεση με την προηγούμενη απόπειρά του, ο Μουσταφά σύντομα ενώθηκε με πολλούς από τους άρχοντες που κυριαρχούσαν στην Ρούμελη, συμπεριλαμβανομένου του Τουραχάν Μπέη [Turahan Bey], των γιων του Εβρενού [Evrenos] και της οικογένειας Gümlüoğlu. Γρήγορα επέκτεινε τον έλεγχό του σε μεγάλο μέρος της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων, Γιαννιτσά [Yenidje] και Σέρρες [Serres], και άρχισε να εκδίδει τα πρώτα του νομίσματα εκεί.

Ο Μουσταφά, αφού απέκτησε μεγάλη αυτοπεποίθηση, αποφάσισε να κατακτήσει την Μικρά Ασία-Ανατολία. Ο Μουράτ, έστειλε τον βεζίρη του πατέρα του με στρατό από την Ανατολία, εναντίον του: οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Sazlıdere, κοντά στην Αδριανούπολη, αλλά τα στρατεύματα του βεζίρη τον εγκατέλειψαν μαζικά, όταν ο Μουσταφά έδειξε τις ουλές του, από τη μάχη της Άγκυρας. Ο βεζίρης παραδόθηκε και εκτελέστηκε – σύμφωνα με τον Δούκα, με την επιμονή του Τζιουνεΐτ (Ιούλιος 1421). Ο αδερφός του,  Χάμζα Μπέη [Hamza Bey], γλίτωσε επειδή ο Τζιουνεΐτ “τον λυπήθηκε λόγω της νεότητάς του”, σύμφωνα με τον Δούκα. Ο Μουσταφά εισήλθε θριαμβευτικά στην Αδριανούπολη. Όταν οι υπερασπιστές της ακρόπολης της Καλλίπολης το έμαθαν, παραδόθηκαν και έφυγαν από το φρούριο. Σύμφωνα με τον Δούκα, καθώς ο Λεοντάρης ετοιμαζόταν να καταλάβει την Καλλίπολη, κατέφθασαν οι Τζιουνεΐτ και Μουσταφά. Τον πληροφόρησαν ότι η συμφωνία τους ήταν άκυρη, καθώς δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν την παράδοση του λαού τους σε άπιστους. Αν και διαμαρτυρήθηκε έντονα, ο Λεοντάρης δεν είχε άλλη επιλογή από το να συγκεντρώσει τους άντρες του και να αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Μουσταφά οργάνωσε το στόλο του και ενίσχυσε τις άμυνες του λιμένα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της παραβίασης των όρκων, ο βυζαντινός αυτοκράτορας έστειλε απεσταλμένους στον Μουράτ. Σε αντάλλαγμα για τη μεταφορά του στρατού του στην Ευρώπη, του ζήτησε να του παραδώσει την Καλλίπολη και να παραδώσει τους δύο νεότερους αδελφούς του ως ομήρους – ανάλογο με αυτό που είχαν συμφωνήσει ο Μωάμεθ και ο Σουλεϊμάν. Οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν, με τον Μουράτ απρόθυμο να αποδεχτεί τους όρους, αλλά ο Γενουάτης κυβερνήτης (podesta) της Νέας Φώκαιας, ο Τζιοβάνι Αντόρνο [Giovanni Adorno], πρότεινε στον Μουράτ να μεταφέρει τον στρατό του. Ο Μουσταφά ανησυχώντας γι΄ αυτά τα νέα, πείστηκε από τον Τζιουνεΐτ να περάσει πρώτος στην Ανατολία. Σύμφωνα με τον Δούκα, τα κίνητρα του Τζιουνεΐτ ήταν καθαρά προσωπικά: ο Μουσταφά είχε γίνει επιπόλαιος και άσωτος και ο Τζιουνεΐτ φοβήθηκε ότι θα ηττηθεί. Αν συνέβαινε αυτό ενώ ο Τζιουνεΐτ ήταν στην Ευρώπη, κινδύνευε να συλληφθεί από τους Βυζαντινούς, μια προοπτική που μετά την προδοσία του στην Καλλίπολη, δεν ήταν πολύ ελκυστική. Ως εκ τούτου, ο Τζιουνεΐτ προσπάθησε να επιστρέψει στην Ανατολία και στο δικό του πριγκιπάτο το συντομότερο δυνατό.

Το 1421 ο Τζιουνεΐτ μπέης, συνόδεψε τον Μουσταφά στην Ανατολία. Πέρασαν από την Καλλίπολη στην Ανατολία με τα πλοία των Γενουατών του Γαλατά, με το στρατό 12 χιλιάδων σιπαχή και πέντε χιλιάδων πεζών και άρχισε να πολιορκεί την Προύσα. Ο Μουράτ μετακινήθηκε με τα στρατεύματά του για να τους αντιμετωπίσει από την Προύσα στο Λοπάδιον (Ulubad), όπου οι άντρες του κατέστρεψαν την γέφυρα πάνω από τον ποταμό Nilüfer, εμποδίζοντας την πρόοδο του Μουσταφά. Ο Μιχάλογλου, σύμμαχος του Μουράτ Β΄, ενθάρρυνε τους συμμάχους του Μουσταφά να υποστηρίξουν τον Μουράτ αντ’ αυτού. Ο Δούκας παρέχει μια λεπτομερή αναφορά ότι οι σύμβουλοι του Μουράτ χρησιμοποίησαν τον αδελφό του Τζιουνεΐτ, ο οποίος ήταν στενός φίλος του Μουράτ, για να συναντήσει τον Τζιουνεΐτ κατά την διάρκεια της νύχτας και να τον πείσει να εγκαταλείψει τον Μουσταφά, με υποσχέσεις για επαναφορά στο εμιράτο του. Λίγο μετά το βράδυ, ο Τζιουνεΐτ συγκέντρωσε κρυφά τους πιο κοντινούς φίλους και τα μέλη της οίκου του με εβδομήντα άλογα. Παίρνοντας μόνο έναν μανδύα και όσο χρυσό, ασήμι ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα μπορούσαν να μεταφέρουν, εγκατέλειψαν το στρατόπεδο του Μουσταφά, κατευθυνόμενοι στη Σμύρνη. Σύμφωνα με τον Δούκα, «σε μια νύχτα κάλυψαν την απόσταση ενός διήμερου ταξιδιού». Η ομάδα του Τζιουνεΐτ έφθασε στην πόλη το επόμενο βράδυ και καλωσορίστηκε από τους κατοίκους. Ο λόγος της αποχώρησης του Τζιουνεΐτ, σύμφωνα με τον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη, ήταν το γεγονός ότι οι στρατιώτες φοβήθηκαν ότι οι Βυζαντινοί θα καταλάμβαναν τον Ελλήσποντο και θα τους απέκλειαν στην Μικρά Ασία. Η απομάκρυνση του Τζιουνεΐτ ήταν μόνο μία από τις μεθόδους που χρησιμοποίησε ο Μουράτ για να νικήσει τον Μουσταφά. Ο τελευταίος εγκαταλείφθηκε και από τους άρχοντες της Ρούμελης και αναγκάστηκε να αποσυρθεί αρχικά στην Καλλίπολη και στη συνέχεια στην Αδριανούπολη.

Ενεργώντας σαν σουλτάνος, ο Μουσταφά έκανε ορισμένα μεγάλα λάθη στην πολιτική του. Τελικά κατάφερε να δραπετεύσει στην Καλλίπολη, όπου προσπάθησε να αναγκάσει τους Βυζαντινούς να τον στηρίξουν. Αλλά ο Μουράτ κατάφερε να διέλθει στην Θράκη με τα μισθωμένα πλοία των γενοβέζων της Νέας Φώκαιας. Ο Μουσταφά δεν μπορούσε να παραμείνει στην Καλλίπολη και κατέφυγε στην Αδριανούπολη. Ο Μουράτ στράφηκε στην πρωτεύουσα και οι κάτοικοί της τον καλωσόρισαν έξω από την πόλη και δήλωσαν ότι του ήταν πιστοί.

Ο Μουράτ τον καταδίωξε, διασχίζοντας τον Ελλήσποντο στις 15 Ιανουαρίου 1422, με πλοία που διέθεσε ο Adorno και τον πλήρωσε αδρά ο σουλτάνος. Ο Μουσταφά προσπάθησε να δραπετεύσει στην Βλαχία με το κρατικό ταμείο, αλλά αναγνωρίστηκε, αιχμαλωτίστηκε και απαγχονίστηκε στον προμαχώνα του κάστρου της Αδριανούπολης το 1422. Σύγχρονοι ιστορικοί τον ονόμασαν άστοχα «Düzmece» (απατεώνα), καθώς υπάρχει αμφιβολία εάν  πραγματικά ήταν γιος του σουλτάνου. Όμως ο Μουσταφά Τσελεμπή, που είχε λάβει μέρος στη μάχη της Άγκυρας το 1402, είχε τραυματιστεί και αιχμαλωτιστεί σε σχέση με τους αδελφούς του, που διασώθηκαν, είχε επιστρέψει διεκδικώντας τον θρόνο, με δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις, την πρώτη το 1416 και την δεύτερη το 1421 εναντίον του ανεψιού του, Μουράτ Β΄, μάλλον τους διαψεύδει. Τα νομίσματα που κόπηκαν στο όνομα του Μουσταφά, φέρουν την χρονολογία 1422 και το όνομα: “Mustafa bin Beyazid Han”.

Ο Μουράτ ελεύθερος πλέον από την σοβαρή απειλή του Μουσταφά, αντέδρασε σκληρά στο Βυζάντιο και πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη από τις 2 Ιουνίου 1422 έως τις αρχές Σεπτεμβρίου. Αυτή η πολιορκία προκάλεσε τεράστια καταστροφή στρατευμάτων και κτιρίων για το Βυζάντιο. Για να απαλλαγούν από αυτήν την πολιορκία, οι Βυζαντινοί έπεισαν τον αδερφό του Μουράτ, Κουτσούκ Μουσταφά [Küçük Mustafa] να εξεγερθεί.  

Ο πρίγκιπας Κουτσούκ Μουσταφά με στρατεύματα από οθωμανικά εμιράτα κατευθύνθηκε στην Προύσα και την πολιόρκησε. Στη συνέχεια στράφηκε στη Νίκαια, την οποία κατέλαβε μετά από πολιορκία 40 ημερών. Μετά απ΄ αυτό, ο Μουράτ έλυσε την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης στις 6 Σεπτεμβρίου και μετακινήθηκε στην πλευρά της Ανατολίας. Τον Φεβρουάριο του 1423, φιλοσουλτανικές δυνάμεις εισήλθαν στη Νίκαια και τελικά ο πρίγκιπας εκτελέστηκε, μεταφέρθηκε στην Προύσα και τάφηκε στον Πράσινο Τάφο.

Όταν ο Τζιουνεΐτ, ήταν πλέον ασφαλής στην επικράτειά του, δήλωσε ο ίδιος σουλτάνος. Επίσης, προσπάθησε να δημιουργήσει συμμαχίες με την Δημοκρατία της Βενετίας και τους Καραμανίδες, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Δούκα, ο Σουλτάνος έστειλε μια επιστολή στον Τζιουνεΐτ, ζητώντας του να στείλει έναν από τους γιους του ως όμηρο, όπως είχε συμφωνηθεί στο Lopadion. Η απάντηση του Τζιουνεΐτ αναφέρεται ως εξής: «Κάμε ως επιθυμείς και άφησε το αποτέλεσμα στον Θεό». Ενώ ο Μουράτ ήταν απασχολημένος στα Βαλκάνια, διόρισε τον Χαλίλ Γιακσί, [Halil Yakhshi] έναν αποστάτη Έλληνα, ως διοικητή του στην Ανατολία. Ο Γιακσί ήταν γαμπρός του βεζίρη που είχε εκτελεστεί με την επιμονή του Τζιουνεΐτ. Οι στρατοί τους συναντήθηκαν στην πεδιάδα των Θυατείρων [Akhisar] το 1424. Ο νεότερος γιος του Τζιουνεΐτ, Κουρτ [Qurd], ηγήθηκε επίθεσης εναντίον των οθωμανικών γραμμών. Ο Γιακσί σκόπιμα τον άφησε να προχωρήσει και να βρεθεί πίσω από τις οθωμανικές δυνάμεις. Ο πιο προσεκτικός πατέρας του δεν προχώρησε πολύ. Ως αποτέλεσμα, ο Κουρτ συνελήφθη από τους άντρες του Γιακσί σε ενέδρα. Ο Τζιουνεΐτ υποχώρησε, με τον Γιακσί να καταλαμβάνει τον Άγιο Θεολόγο [Ayasoluk] και την Tyrrha [Tire]. Ο Κουρτ στάλθηκε στην Αδριανούπολη και στη συνέχεια με τον θείο του Χάμζα φυλακίστηκε στην Καλλίπολη. Ο Γιακσί διορίστηκε κυβερνήτης της περιοχής Αιδινίου [Aydın]. Ο Τζιουνεΐτ παρέμεινε προκλητικός, συνεχίζοντας τις επιδρομές του. Κατά την διάρκεια μιας απ΄ αυτές αιχμαλώτισε μια αδερφή του Γιακσί, την οποία αργότερα εκτέλεσε. Ως αποτέλεσμα, ο Μουράτ έστειλε τον γενικό διοικητή της Ανατολίας Ορούι [beylerbey of Anatolia Oruj], εναντίον του Τζιουνεΐτ. Η Σμύρνη έπεσε και ο Τζιουνεΐτ υποχώρησε στο γειτονικό φρούριο Υψηλή [İpsili], στην ακτή του Αιγαίου, απέναντι από το νησί της Σάμου.

Από το κάστρο ο Τζιουνεΐτ έστειλε απεσταλμένους στην Δημοκρατία της Βενετίας, ζητώντας βοήθεια, αλλά χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ, ο Ορούι πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Χάμζα Μπέη, ο αδελφός του βεζίρη, του οποίου την ζωή είχε σώσει ο Τζιουνεΐτ. Ο Χάμζα πολιόρκησε το φρούριο. Το 1425, ο Τζιουνεΐτ με πλοίο ζήτησε την βοήθεια του ηγεμόνα του εμιράτου Καραμάν, αλλά ο τελευταίος καχύποπτος λόγω των προηγούμενων εμπειριών μαζί του, του παρείχε δύναμη μόνο 500 ατόμων και χρημάτων. Οδηγώντας τους, ο Τζιουνεΐτ αιφνιδίασε τους πολιορκητές και τους διασκόρπισε σε μια νυχτερινή επίθεση. Την επόμενη όμως ανασυντάχθηκαν και ανάγκασαν τον Τζιουνεΐτ και τους άντρες του να επιστρέψουν στο φρούριο. Σύμφωνα με τον Δούκα, ακόμη και με τους άντρες από τον Καραμάν, οι δυνάμεις του Τζιουνεΐτ αριθμούσαν μόλις 1.000 άντρες. Αντιμετώπιζαν ένα μεγάλο στράτευμα: το κάστρο ήταν καλά οχυρωμένο και απρόσιτο από την ξηρά, αλλά εκτεθειμένο από την θάλασσα. Ο Χάμζα ζήτησε την βοήθεια των Γενουατών της Χίου. Τρία πλοία υπό τον Persivas Pallavicini έφθασαν για να ολοκληρώσουν την πολιορκία δια θαλάσσης. Η άφιξή τους αποθάρρυνε την φρουρά και, την επόμενη νύχτα, τα στρατεύματα από το Καραμάν άνοιξαν τις πύλες και έφυγαν από το φρούριο. Μόνο λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν από τους Οθωμανούς πολιορκητές. Φοβούμενος ότι οι υπόλοιποι άντρες του θα τον εγκαταλείψουν, ο Τζιουνεΐτ ήρθε σε επαφή με τον Γιακσί, ο οποίος ηγήθηκε της πολιορκίας λόγω  απουσίας του Χάμζα. Παραδόθηκε ο ίδιος και το φρούριο, έχοντας λάβει την δέσμευση ότι θα συνοδεύονταν με ασφάλεια στον Μουράτ για ακρόαση. Σύμφωνα με τον Δούκα, όταν ο Τζιουνεΐτ έφθασε με τον αδελφό και την οικογένειά του, ο Γιακσί τους παρείχε σκηνές για τη νύχτα. Όταν ο Χάμζα έμαθε τα γεγονότα, έστειλε τέσσερις άντρες στις σκηνές, όπου βρήκαν τον Τζιουνεΐτ να κοιμάται. Οι άνδρες τον κτύπησαν θανατηφόρα στο κεφάλι και αποκεφάλισαν τον αδελφό του, τον γιό του και τα εγγόνια του. Ωστόσο, η Irène Mélikoff ισχυρίζεται ότι οι κρατούμενοι εκτελέστηκαν από τον Γιακσί σε εκδίκηση για την αδερφή του. Όταν ο Σουλτάνος ​​έμαθε για τους θανάτους τους, διέταξε την εκτέλεση του Κουρτ και του θείου του, των φυλακισμένων στην Καλλίπολη – τερματίζοντας έτσι την δυναστεία των Aydınids.  

Επισημαίνεται ότι ο Τζιουνεΐτ Μπέης [Cüneyt Bey, ή Ιζμίρογλου Τζιουνεΐτ (İzmiroğlu Cüneyt)], ηγεμόνας του εμιράτου Αϊδινίου [Aydınid ή Aydın], συμμάχησε κατά σειρά με τους αδελφούς Τσελεμπή: Ίσα, Σουλεϊμάν, Μούσα και Μουσταφά. Όσους υποστήριξε κατά σειρά, έχασαν στους αγώνες τους για τον θρόνο και σκοτώθηκαν. Ο ίδιος ηττήθηκε από τον αδελφό τους Μωάμεθ και σκοτώθηκε από τον γιό του Μουράτ.

Στα χρόνια του Μουράτ Β΄(1421-1444), το κράτος των Οθωμανών επεκτάθηκε. Κατά την διάρκεια της 23χρονης βασιλείας του Μουράτ, πολλά εδάφη προστέθηκαν στους Οθωμανούς. Ο Μουράτ πίστευε ότι είχε επιτύχει ειρήνη τόσο στην Δύση (Ρούμελη) όσο και στην Ανατολή (Μικρά Ασία). Ήταν ηλικιωμένος, κουρασμένος και έπασχε από κατάθλιψη. Υπό αυτές τις συνθήκες τον Αύγουστο του 1444 κάλεσε σε συνάντηση στρατιωτικούς και πολιτικούς διοικητές, τους ανώτερους μελετητές και τους αξιωματικούς του στρατεύματος, (γενίτσαρους και σιπαχή). Σε αυτήν τη συνάντηση, τους δήλωσε ότι θα αποχωρούσε από τον θρόνο, από τις διεθνείς υποθέσεις και την κοσμικότητα και θα στρεφόταν απομονωμένος στην θρησκεία. Όρισε ως διάδοχό του, τον νεαρό γιό του Μωάμεθ, τότε ηλικίας μεταξύ 12 και 15 ετών, (λόγω αβέβαιης ημερομηνίας γέννησης). Η παραίτηση από την βασιλεία του Μουράτ το 1444, ήταν πρωτοφανές γεγονός, χωρίς προηγούμενο στην οθωμανική ιστορία. Υποστηρίζεται ότι διαφορές μεταξύ των ανωτάτων αξιωματούχων του, ανάγκασαν τον Μουράτ να λάβει αυτήν την απόφαση. Ίσως επιδίωκε να ενισχύσει την διαδοχή του γιου του στην βασιλεία, ενώ ήταν εν ζωή, εναντίον του Orhan Çelebi, ο οποίος υπό την αιγίδα του βυζαντινού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη θα διεκδικούσε τον οθωμανικό θρόνο Επίσης δεν έχουν αποκαλυφθεί οι λόγοι που αυτή η τελετή αποποίησης και διαδοχής δεν έγινε στην Προύσα ή στην Αδριανούπολη (τις δυο πρωτεύουσες των Οθωμανών), αλλά πραγματοποιήθηκε στο Mihaliç (Karacabey), όπου βρισκόταν το τιμάριο της δυναστείας. Αφού ο Μουράτ παραιτήθηκε από τον θρόνο, αποσύρθηκε στη Μαγνησία το 1444. Έμεναν λιγότερα από δέκα έτη από την κορυφαία στιγμή για τους Οθωμανούς, την άλωση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Δρ. Τμήματος Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, Σχολής Επιστημών της Διοίκησης, Πανεπιστημίου Αιγαίου (Χίος), MA, MSc., Αρχιπλοίαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.

[2] ΜΑ, Msc., Υποναύαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.

[3] Ο Τζιουνεΐτ Μπέης [Cüneyt Bey] (πριν το 1400 – 1426), γνωστός και ως Ιζμίρογλου Τζιουνεΐτ (İzmiroğlu Cüneyt), διοικητής (Μπέης) του Αϊδινίου [Aydınid ή Aydın], στις αρχές του 15ου αιώνα, αποτελεί μεταξύ άλλων χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάμιξης στην εμφύλια σύρραξη των Οθωμανών. Το Μπεϊλίκι του Αϊδινίου, ήταν ένα μικρό εμιράτο στην Δυτική Μικρά Ασία, που προέκυψε από την διάλυση του Σελτζουκικού Σουλτανάτου του Ρουμ. Το εμιράτο έλεγχε και ένα τμήμα των ακτών στο Αιγαίο. Παρά το γεγονός ότι ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1390, ανεξαρτητοποιήθηκε ξανά, μετά την μάχη της Άγκυρας το 1402. Ο Τζιουνεΐτ, του οποίου ο πατέρας ήταν για πολλά χρόνια διοικητής της Σμύρνης, ανέλαβε τον έλεγχο της Εφέσου το 1403, προσπάθησε να κερδίσει και τον έλεγχο της πόλης του Αϊδινίου και το κατόρθωσε το 1406. Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Μεσοβασιλείας, ο Τζιουνεΐτ, υποστήριξε αρχικά τον Ίσα Τσελεμπή για να καταλάβει τα φρούρια [βλ. https://www.castles.nl/castles-in-turkey] της Φιλαδέλφειας, του Κεμάλπασα, των Σάρδεων και του Αιγαίου. Σύντομα όμως, ο Σουλεϊμάν, ο πιο ισχυρός από τους Οθωμανούς πρίγκηπες, κατάφερε να εισβάλλει στην περιφέρειά του το 1406. Παρά το γεγονός ότι ο Τζιουνεΐτ προσπάθησε να τον πολεμήσει, προδόθηκε απ’ τους συμμάχους του. Ο Σουλεϊμάν του έδωσε χάρη και επέστρεψε πίσω στο εμιράτο του. Όταν ο Σουλεϊμάν Τσελεμπή, γύρισε πίσω στη Ρούμελη να πολεμήσει τον Μούσα το 1410, ο Τζιουνεΐτ τον συνόδευσε ως σαντζάκ-μπέης (διοικητής) της Οχρίδας στη Μακεδονία, (υποστήριξε δηλαδή τον Σουλεϊμάν, που τον απομάκρυνε από την περιοχή του, για να μην εκμεταλλευτεί άλλο την κατάσταση για να διευρύνει την εξουσία και την ανεξαρτησία του).

Ο Τζιουνεΐτ και ο Μπέης του εμιράτου Μεντεσέ [Menteşeoğlu İlyas Bey] αποδέχτηκαν την κυριαρχία του Σουλεϊμάν στην Αδριανούπολη, που αντιμετώπιζε τον Μωάμεθ. Ωστόσο ο Σουλεϊμάν έπρεπε να αποσυρθεί από την Μικρά Ασία, καθώς ο Μωάμεθ έστειλε τον άλλο αδερφό τους, τον Μούσα εναντίον του στην Ρούμελη. Όταν ο Μούσα Τσελεμπή ο οποίος νίκησε τον Σουλεϊμάν, δήλωσε την κυριαρχία του αυτήν την φορά στην Αδριανούπολη, ο Τζιουνεΐτ τον υποστήριξε.

Μετά την ανατροπή και τον θάνατο του Σουλεϊμάν το 1411 από τα χέρια του αδελφού του Μούσα, ο Τζιουνεΐτ επέστρεψε στην Ανατολία και κατέλαβε τη Σμύρνη, αλλά έπρεπε να αναγνωρίσει την κυριαρχία του Μωάμεθ. Κατά την διάρκεια της απουσίας του στην Ρούμελη για την εκστρατεία εναντίον του Μούσα, ο Τζιουνεΐτ ανέκτησε την ανεξαρτησία του και επιτέθηκε στους γείτονες ηγεμόνες του. Ως αποτέλεσμα, το 1414 ο Μωάμεθ ηγήθηκε ενός περιφερειακού συνασπισμού εναντίον του Τζιουνεΐτ. Η μητέρα του Τζιουνεΐτ μπόρεσε να σώσει την ζωή του, αλλά για άλλη μια φορά ο Τζιουνεΐτ εκτοπίστηκε και στάλθηκε στην Ρούμελη ως κυβερνήτης της Νικόπολης [Niğbolu Sancak-beylik] και διόρισε τον Σουλεϊμάν, τον μουσουλμάνο γιο του Βούλγαρου βασιλιά Şişman, κυβερνήτη στο Αιδίνιο [Aydın Sancak-beylik]. Ο Τζιουνεΐτ από την Νικόπολη εντάχθηκε στην αποτυχημένη εξέγερση του Μουσταφά Τσελεμπή, έως ότου οι Βυζαντινοί συμφώνησαν να τον συλλάβουν μαζί με τον Μουσταφά το 1416.

[4] Στις αρχές του 1403 υπεγράφη μια ειρηνευτική συνθήκη μεταξύ του Σουλεϊμάν και του βυζαντινού αντιβασιλέα, των Ιπποτών της Βενετίας, της Γένοβας, του Αγίου Ιωάννη, του Σέρβου Δεσπότη Στέφαν Λαζέροβιτς και του Λατίνου Δούκα της Νάξου. Σύμφωνα με αυτήν τη συμφωνία, το Βυζάντιο θα έπαυε να είναι υποτελής στους Οθωμανούς και θα σταματούσε να καταβάλλει ετήσια αποζημίωση, και σε αντάλλαγμα, το σουλτανάτο του Σουλεϊμάν θα αποδεχόταν την επικυριαρχία του Βυζαντίου. Για να δείξει την καλή θέληση του, ο Σουλεϊμάν παραχωρούσε στο Βυζάντιο την Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της, την χερσόνησο του Άθω (Aynaroz), μερικά νησιά του Αιγαίου και τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας από την είσοδο του Βοσπόρου έως το Nisabur (και τη Βάρνα). Περισσότερες εμπορικές παραχωρήσεις δόθηκαν στις ιταλικές θαλάσσιες πόλεις σε οθωμανικά εδάφη. Οι Οθωμανοί θα επέστρεφαν όλους τους χριστιανούς αιχμαλώτους. Τα οθωμανικά πλοία δεν θα εισέρχονταν στα στενά του Ελλησπόντου και της Κωνσταντινούπολης χωρίς άδεια από το Βυζάντιο. Από την άλλη πλευρά, όλες οι χώρες που υπέγραψαν τη συμφωνία αποδέχτηκαν τον Σουλεϊμάν ως κυβερνήτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της οποίας η πρωτεύουσα ήταν η Αδριανούπολη. Ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος, ο οποίος έλειπε στην Ευρώπη, επέστρεψε αμέσως στην Κωνσταντινούπολη και αποδέχθηκε αυτή τη συμφωνία.

[5] Hakkı Uzunçarşılı writes exactly as follows, or rather, from the Greek historian Dukas: “Süleyman Çelebi (…) entered Istanbul and fell at the feet of the emperor and made the following requests: I am your son. After that, there will be neither corruption nor scandal between us. He said, “Send me to Thrace for the places that left me from my ancestors.” (Ottoman History vol: 1, p. 328, footnote.)

[6] Η «ιστορία του Yakub Çelebi», (καταλανικά: Història de Jacob Xalabín), είναι μια ανώνυμη ιστορία που γράφηκε στις αρχές του 15ου αιώνα. Η ιστορία του Οθωμανού πρίγκιπα, Γιακούμπ [Yakup Bey], γιού του Μουράτ Α΄, αφηγείται τις περιπέτειες του Yakub Çelebi και του φίλου του Ali Pasha στην Δυτική Ανατολία μετά την έξοδο από την Προύσα, το 1387 ως αποτέλεσμα των ίντριγκων του παλατιού. Η αφήγηση τελειώνει με την δολοφονία του Yakub Çelebi μετά τη μάχη, από τον αδελφό του Bayezid Bey και διάδοχο του θρόνου.

Anonymous, The Story of Yakub Çelebi (Μετάφραση: Mehmet Sait Şener) (Πρόλογος και σημειώσεις: Juan Carlos Bayo), Δημοσιεύσεις Επικοινωνίας, Κωνσταντινούπολη, 2015. ISBN 978-975-05-1750-1

[7] https://studyinghistory.gr/mesaionas/h-maxi-tis-agkiras/

[8] “Σελίμ ο Μέθυσος” στην Δύση ή “Σελίμ ο ξανθός” στην Ανατολή. Ο Σελίμ Β΄ ήταν ο πρώτος Σουλτάνος στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που εγκατέλειψε την διακυβέρνηση της χώρας στο μέγα βεζίρη και τους υπουργούς του. Υπήρξε ιδιαίτερα λάτρης των απολαύσεων και της καλοπέρασης. Επηρεαζόταν εύκολα από το χαρέμι του αλλά και το τάγμα των Γενίτσαρων. Πολλοί θεωρούν ότι η βασιλεία του συμπίπτει με την απαρχή της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Σελίμ Β΄ πέθανε στις 15 Δεκεμβρίου 1574 (50 ετών) γλιστρώντας από το μπαλκόνι και πέφτοντας έπειτα στον τρούλο του ανακτόρου Τοπ Καπί, ενώ βρισκόταν, όπως υποστηρίχθηκε, σε κατάσταση μέθης. Ο λαός του έδωσε το παρωνύμιο «Μεστ», που σημαίνει μέθυσος. Η ταφή του έγινε τρεις ημέρες αργότερα σε κρύπτη παράπλευρα στην Αγία Σοφία.

[9] Οι Τουρκομάνοι (τουρκικά Turkmenler), ήταν ανθεκτικοί στις κακουχίες και σκληροτράχηλοι νομάδες πολεμιστές, που συνόδευαν τους Σελτζούκους στις εισβολές τους στα βυζαντινά εδάφη (11ος – 13ος αι.). Ο Τούρκος ερευνητής Φαρούκ Σουμέρ, (Faruk Sumer), γράφει ότι ήταν αποφασιστικός ο ρόλος τους στη σταδιακή εθνική και πολιτική μεταμόρφωση της χριστιανικής Μικράς Ασίας και τον μετέπειτα εξισλαμισμό της, αν και οι ίδιοι διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τα παγανιστικά ήθη και έθιμά τους. Πολλές φορές οι Τουρκομάνοι δρούσαν ανεξάρτητα από τους Σελτζούκους σουλτάνους. Οι μετέπειτα κατακτήσεις των τουρκομανικών εμιράτων (μπεϊλικιών) και των Οθωμανών (Οσμανλήδων), έγιναν με αρκετή ευκολία, καθώς είχε προλειανθεί το έδαφος από τους Σελτζούκους και τους Τουρκομάνους.

Για τους Τουρκομάνους δεν υπάρχουν πολλά αξιόπιστα στοιχεία. Μόνο ο Φαρούκ Σουμέρ έκανε μια αξιόλογη προσπάθεια, για να απαντήσει στο ερώτημα «ποιοι ήταν οι Τουρκομάνοι» ορισμένοι από τους οποίους ονομάζονταν γιουρούκοι (τουρκικά yuruk).

Επίσης, δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως ο ρόλος των γαζήδων (τουρκικά gazi), των συνόρων και την παραμεθόριων περιοχών (τουρκικά uc), τους «ιερούς πολεμιστές του Ισλάμ», κατά των Χριστιανών «απίστων και αιρετικών». Οι Τουρκομάνοι, που αρχικά έδιναν την εντύπωση άκακων νομάδων, που μετακινούνταν από περιοχή σε περιοχή με τις οικογένειες και τα κοπάδια τους, μεταμορφώνονταν όταν τους δινόταν η ευκαιρία σε άγριους ληστές και προξενούσαν μεγάλες καταστροφές στην ύπαιθρο.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Θεόδωρος Σκουταριώτης στη «Σύνοψιν Χρονικήν» (13ος αι.), αναφερόμενος στις επιδρομές στα χρόνια του Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (1071-1078): «Την εποχή της βασιλείας του ηγεμόνα αυτού όλος σχεδόν ο θαλάσσιος και ο χερσαίος κόσμος κατελήφθη από τους άθεους βάρβαρους, (δηλ. τους Σελτζούκους και τους Τουρκομάνους) και καταποντίστηκε, μένοντας απογυμνωμένος από τους κατοίκους του, αφού όλοι οι Χριστιανοί σφάχτηκαν, ενώ οι εγκαταστάσεις και τα σπίτια με τις εκκλησίες σε όλες τις επαρχίες της Ανατολής (Μικράς Ασίας), λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν εντελώς, μέχρις εκμηδενισμού…».

[10] Ο Σεΐχης Μπεντρεντίν (1359–1420) ήταν ένας σημαντικός μυστικιστής, λόγιος, θεολόγος και επαναστάτης. Γνωστός για τον πρωταγωνιστικό του ρόλο σε μια εξέγερση του 1416 κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην οποία αυτός και οι μαθητές του έθεσαν μια σοβαρή πρόκληση για την εξουσία του Σουλτάνου Μωάμεθ Α΄ και του οθωμανικού κράτους. Γεννήθηκε στην πόλη Σίμαβνα (Simavna, Κυπρίνος), κοντά στην Αδριανούπολη. Ο πατέρας του ήταν γαζής (μουσουλμάνος) και η μητέρα του κόρη ενός διοικητή του βυζαντινού φρουρίου (χριστιανή). Αυτό συνέβαλε στις συγκρητικές θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Ο Μπεντρεντίν κατά την διάρκεια της εκπαίδευσής του, ταξιδεύοντας μακριά από την γενέτειρά του την Θράκη, γνώρισε μια ποικιλία πολιτισμών. Σπούδασε θεολογία στο Ικόνιο, και στη συνέχεια στο Κάιρο, (πρωτεύουσα του σουλτανάτου των Μαμελούκων). Ταξίδεψε στο Ardabil, (Ιρανικό Αζερμπαϊτζάν), το οποίο ήταν υπό τον έλεγχο των Μογγόλων [Timurids], και ήταν των μυστικιστών Σαφαβιδών [Safavid]. Περιτριγυρισμένος από μυστικιστές και πολύ μακριά από τους θρησκευτικούς κανόνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Μπεντρεντίν ήταν σε εξαιρετικό μέρος για να καλλιεργήσει τη μη-συμβατική θρησκευτική ιδεολογία του. Εκεί βρήκε ένα περιβάλλον φιλικό για τις πανθεϊστικές θρησκευτικές του πεποιθήσεις, και ιδιαίτερα το δόγμα της «ενότητας ύπαρξης». Αυτό το δόγμα καταδίκαζε αντιθέσεις όπως αυτές της θρησκείας και της κοινωνικής τάξης ως παρεμβολή στην ενότητα του Θεού και του ατόμου, και αυτό το δόγμα ήταν αντίθετο στην αύξηση των οθωμανικών προσπαθειών για την καθιέρωση του σουνιτικού Ισλάμ ως κρατικής θρησκείας. Με την υιοθέτηση αυτού του δόγματος, ο Μπεντρεντίν καθιερώθηκε ως ανατρεπτικό στοιχείο.

Κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Μεσοβασιλείας, μετά την ήττα του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ από τον Ταμερλάνο το 1402, ο Μπεντρεντίν υπηρέτησε ως επικεφαλής στρατιωτικός δικαστής [kadia-asker], του Οθωμανού πρίγκιπα Μούσα Τσελεμπή, όταν αυτός αγωνίστηκε με τους αδελφούς του, για τον έλεγχο του σουλτανάτου. Μαζί με τα συνοριακό Bey Mihaloglu, ήταν επικεφαλής υποστηρικτής του επαναστατικού καθεστώτος του Musa. Ενώ ως επικεφαλής στρατιωτικός δικαστής, ο Μπεντρεντίν κέρδισε την εύνοια πολλών παραμεθόριων γαζήδων, στους οποίους παραχώρησε τιμάρια. Μέσω αυτού βοήθησε αυτούς τους μη- αμειβόμενους Γαζήδες  στον αγώνα τους ενάντια στον συγκεντρωτισμό, μια σαφή ένδειξη της ανατρεπτικής του πλευράς.

Μετά την ήττα του Μούσα από τον Μωάμεθ το 1413, ο Μπεντρεντίν εξορίστηκε στη Νίκαια [Iznik], και οι οπαδοί του στερήθηκαν τα τιμάριά τους. Ωστόσο, σύντομα αποφάσισε να επωφεληθεί από το κλίμα της αντιπολίτευσης στον σουλτάνο, καθώς εμφανίστηκε ο αιχμαλωτισμένος αδελφός του ο Μουσταφά, διεκδικώντας τον θρόνο. Αφήνοντας την εξορία του το 1415, ο Μπεντρεντίν πήγε στη Σινώπη και από εκεί πέρα ​​από τη Μαύρη Θάλασσα προς την Βλαχία. Το 1416, εξεγέρθηκε ενάντια στο οθωμανικό κράτος.

Οι περισσότερες εξεγέρσεις που ακολούθησαν πραγματοποιήθηκαν σε περιοχές της Σμύρνης, της Δοβρουτσάς και της Saruhan (Σαρουχάν). Η πλειοψηφία των οπαδών του ήταν Τουρκομάνοι. Οι υπόλοιποι περιλάμβαναν γαζήδες των συνόρων, σιπαχήδες, φοιτητές μουσουλανικών σχολέιων [medrese] και χριστιανούς αγρότες. Η πρώτη από αυτές τις εξεγέρσεις πυροδοτήθηκε στο Karaburun, κοντά στη Σμύρνη. Εκεί, ο Μπόρκλουι Μουσταφά, [Borkluje Mustafa], ένας από τους σημαντικότερους μαθητές του, υποκίνησε μια ιδεαλιστική λαϊκή εξέγερση κηρύσσοντας την κοινοτική ιδιοκτησία της γης και την ισότητα Μουσουλμάνων και Χριστιανών. Οι περισσότεροι που εξεγέρθηκαν ήταν Τούρκοι νομάδες, αλλά οι οπαδοί του Μπόρκλουι περιλάμβαναν επίσης πολλούς Χριστιανούς. Συνολικά, περίπου 6.000 άνθρωποι εξεγέρθηκαν ενάντια στο οθωμανικό κράτος. Ο Torlak Kemal, ένας από τους οπαδούς του Μπεντρεντίν, οδήγησε μια άλλη εξέγερση στη Μαγνησία [Manisa], και ο ίδιος ο Μπεντρεντίν ήταν ο ηγέτης μιας εξέγερσης στην Δοβρουτσά [Dobrudja], στην ΒΑ Βουλγαρία. Ο Μπεντρεντίν βρήκε αγωνιστές πολλούς που ήταν δυσαρεστημένοι με τον σουλτάνο. Έγινε ίνδαλμα για όσους αισθάνθηκαν ότι είχαν εγκαταλειφθεί από αυτόν, περιλαμβανομένων των δυσαρεστημένων άρχοντων και πολλών από εκείνους που τους είχαν παραχωρηθεί τιμάρια από τον Μπεντρεντίν και οι πράξεις του είχαν ανακληθεί από τον Μωάμεθ Α΄.

Αυτές οι εξεγέρσεις αποτέλεσαν μια σοβαρή πρόκληση για την εξουσία του Μωάμεθ καθώς προσπαθούσε να ενώσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να κυβερνήσει τις βαλκανικές του επαρχίες. Παρόλο που τελικά καταπνίχθηκαν, η σειρά των συντονισμένων εξεγέρσεων, που υποκινήθηκαν από τον Μπεντρεντίν και τους μαθητές του κατεστάλησαν μετά από μεγάλη δυσκολία. Η εξέγερση του Τόρλακ Κεμάλ στη Μαγνησία συντρίφθηκε και ο ίδιος εκτελέστηκε, μαζί με χιλιάδες οπαδούς του. Η εξέγερση του Μπόρκλουι προκάλεσε περισσότερες διαμάχες από τις άλλες, καθώς νίκησαν πρώτα τον στρατό του κυβερνήτη του Saruhan και μετά αυτόν του οθωμανού κυβερνήτη Ali Bey, προτού τελικά συντριβούν από τον βεζίρη Bayezid Pasha. Σύμφωνα με τον Έλληνα ιστορικό Δούκα, ο Μπαγιεζίντ σκότωσε αδιακρίτως για να εξασφαλίσει την ήττα της εξέγερσης και ο Μπόρκλουι εκτελέστηκε μαζί με δύο χιλιάδες οπαδούς του. Η εξέγερση στην Δοβρουτσά ήταν βραχύβια και έληξε όταν ο Μπεντρεντίν συνελήφθη από τις δυνάμεις του σουλτάνου και μεταφέρθηκε στις Σέρρες. Κατηγορούμενος για διατάραξη της δημόσιας τάξης κηρύσσοντας θρησκευτικό συγκρητισμό και κοινοτική ιδιοκτησία, εκτελέστηκε στην αγορά.

Ο Μπεντρεντίν ήταν παραγωγικός συγγραφέας, θρησκευτικός μελετητής και διακεκριμένο μέλος της ισλαμικής θρησκευτικής ιεραρχίας. Για τα έργα του στη νομολογία κατατάσσεται μεταξύ των μεγάλων μελετητών της ισλαμικής σκέψης. Από την άλλη πλευρά, πολλοί τον καταδικάζουν ως αιρετικό για τις ριζοσπαστικές του ιδέες για τον θρησκευτικό συγκρητισμό. Ο Μπεντρεντίν υπερασπίστηκε την παραβίαση της θρησκευτικής διαφοράς, υποστηρίζοντας τον ενθουσιώδη προσηλυτισμό υπέρ μιας ουτοπικής σύνθεσης πιστών. Αυτή η καθολική ερμηνεία της θρησκείας ήταν ένα σημαντικό μέρος αυτού που επέτρεψε σε αυτόν και τους μαθητές του να υποκινήσουν την ευρεία λαϊκή εξέγερση, ενώνοντας μια πολύ ετερογενή βάση υποστήριξης.

Οι πανθεϊστικές πεποιθήσεις του Μπεντρεντίν επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό πολλές από τις πολιτικές και κοινωνικές του ιδέες, ιδιαίτερα το δόγμα της «ενότητας ύπαρξης». Αυτό το δόγμα καταδικάζει τις αντιθέσεις καθώς εμποδίζουν την ενότητα του ατόμου με τον Θεό, συμπεριλαμβανομένων των αντιθέσεων μεταξύ των θρησκειών και μεταξύ των προνομιούχων και των ανίσχυρων. Αυτό το σύστημα πεποιθήσεων αντικατοπτρίζεται στις πεποιθήσεις του Μπεντρεντίν και των μαθητών του, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, κήρυξαν ότι όλες οι θρησκείες είναι ουσιαστικά οι ίδιες, καθώς και ότι η ιδιοκτησία της περιουσίας πρέπει να είναι κοινοτική. Τέτοιες ιδέες ήταν προσιτές σε όσους αισθάνθηκαν περιθωριοποιημένοι στην οθωμανική κοινωνία, και αυτή η ισότιμη ιδεολογία έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εμπνευσμένη λαϊκή εξέγερση το 1416.

Ο Μπεντρεντίν είχε σαφώς φιλόδοξες πολιτικές φιλοδοξίες όταν ξεκίνησε την εξέγερσή του. Σύμφωνα με τον ιστορικό του 15ου αιώνα Idris, ο Μπεντρεντίν θεωρούσε τον εαυτό του Μαχντί [Mahdi], ο οποίος θα επιφέρει την ενότητα του Θεού στον κόσμο, διανέμοντας τα εδάφη του ανάμεσα στους οπαδούς του. Αν και η θεώρηση του ιστορικού είναι μάλλον αποσπασματική, είναι μερικός, οι φιλοδοξίες του Μπεντρεντίν ως πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτη είναι εμφανείς. Έφθασε ακόμη και να ισχυριστεί ότι κατάγεται από τον βασιλικό οίκο των Σελτζούκων, αναμφίβολα για να ενισχύσει τη νομιμότητά του ως δυνητικού κυβερνήτη. Είναι εύλογο ότι φιλοδοξούσε να κερδίσει το σουλτανάτο.

Η εξέγερση του 1416 σηματοδότησε ένα σημείο καμπής στην ανοχή των μη-μουσουλμάνων από το οθωμανικό κράτος. Καταπνίγοντας την εξέγερση και στιγματίζοντας όσους εξεγέρθηκαν, το κράτος καταδίκασε τη λαϊκή δυσαρέσκεια ως παράνομη και καθόρισε περαιτέρω την θέση της «θρησκευτικής αντιπολίτευσης». Μετά την εξέγερση, η Τουρκο-Μουσουλμανική παρουσία στα Βαλκάνια έγινε ισοδύναμη με μια Οθωμανική παρουσία. Η εξέγερση του Μπεντρεντίν κατέστησε σαφές στους Οθωμανούς πολιτικούς ότι η θρησκευτική αντίθεση-διαφωνία θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρή απειλή για την διοικητική τους δομή και τα επόμενα χρόνια, ο Μουράτ Β΄, ο διάδοχος του Μωάμεθ, έλαβε μέτρα για να διασφαλίσει ότι το Ισλάμ θα καθιερωθεί περαιτέρω ως θρησκεία του κράτους. Για παράδειγμα, ο Μουράτ επέκτεινε τον θεσμό των Γενιτσάρων, μετά την εξέγερση του Μπεντρεντίν για την αύξηση της οθωμανικής στρατιωτικής δύναμης, αλλά και για την δημιουργία μιας σταθερής ροής χριστιανών, στρεφομένων στο Ισλάμ. Αυτό καταδεικνύει μια σαφή μετατόπιση της οθωμανικής πολιτικής μακριά από την ανοχή των μη-μουσουλμάνων και πιο κοντά σε μια αφομοίωσή τους, μια τάση που θα συνεχιστεί τους επόμενους αιώνες.

Οπαδοί του Μπεντρεντίν συνέχισαν να προωθούν τις διδασκαλίες του αρκετά μετά τον θάνατό του. Η επιρροή του και οι σεχταριστές του θεωρούνταν απειλή μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα. Γνωστοί ως Simavnis ή Bedreddinlus, μια αίρεση των οπαδών του στην Δοβρουτσά και στην ΒΑ Βουλγαρία συνέχισε να επιβιώνει για εκατοντάδες χρόνια μετά την εκτέλεση του. Η οθωμανική κυβέρνηση αντιμετώπισε αυτήν την ομάδα με μεγάλη καχυποψία. Τον 16ο αιώνα, θεωρήθηκαν όμοιοι με τους Κιζιλμπάσηδες [Kizilbash] και καταδιώκονταν μαζί τους. Μερικά από τα δόγματα του Μπεντρεντίν διαδόθηκαν επίσης μεταξύ άλλων μυστικιστικών αιρέσεων. Μια τέτοια αίρεση ήταν οι Μπεκτασήδες [Bektashi], μια τάξη δερβίσηδων που σχετίζονταν με τους Γενιτσάρους.

Ο Μπεντρεντίν εξακολουθεί να είναι γνωστός στην Τουρκία, ειδικά μεταξύ σοσιαλιστών, κομμουνιστών και άλλων πολιτικών του αριστερού φάσματος. Τον 20ό αιώνα, επανήλθε στο προσκήνιο από τον κομμουνιστή Τούρκο συγγραφέα Ναζίμ Χικμέτ [Nazim Hikmet], ο οποίος έγραψε το «Έπος του Σεΐχη Μπεντρεντίν», [The Epic of Sheikh Bedreddin ], για να εκφράσει την αντίθεσή του στην άνοδο του φασισμού την δεκαετία του 1930. Το έργο του Χικμέτ διέδωσε τον Μπεντρεντίν ως ιστορικό αγωνιστή του σοσιαλισμού και αντιπάλου της φασιστικής τυραννίας. Τα οστά του εκτάφηκαν το 1924, αλλά οι οπαδοί του ανησυχούσαν από την αντίδραση εναντίον της νέας πολιτικής σημασίας του Μπεντρεντίν από την τουρκική κυβέρνηση που δεν τάφηκαν ξανά, παρά μόνο το 1961. Τελικά αναπαύθηκε κοντά στο μαυσωλείο του Μαχμούτ Α΄, στην Κωνσταντινούπολη.