Γαλάζια & Γαλανή Πατρίδα των Τούρκων [Δ΄ ΜΕΡΟΣ]Ιωάννης Βιδάκης & Δημήτριος Γεωργαντάς

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι συγγραφείς εξετάζουν συνοπτικά σε μία σειρά άρθρων, την περιοχή της Κεντρικής Ασίας, Μέσης Ανατολής και Μικράς Ασίας – Ανατολίας. Τα συμπεράσματα είναι σπουδαία: πιστοποιείται η συνθετότητα και πολυπλοκότητα των γεγονότων στον εξεταζόμενο χώρο. Παρατηρείται η σημαντική συσχέτιση των πολιτικών παραγόντων, των προσωπικών ζητημάτων, της θρησκείας και των στοιχείων του πολιτιστικού τομέα. Επεξηγείται η σημασία του χώρου της Κεντρικής Ασίας, ως τόπου διέλευσης «βαρβαρικών» φυλών, η διασπορά τουρκικών φυλών στην περιοχή καθώς και η ύστερη ανάκτηση της δύναμης των Βυζαντινών. Διαπιστώνεται ο παρεξηγημένος μάλλον ρόλος των Μογγόλων στις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, οι αρχικές τους δράσεις εναντίον του μουσουλμανισμού, η ανακοπή της επέκτασης των Σελτζούκων και στη συνέχεια των Οθωμανών. Τα κείμενα επιχειρούν να διερευνήσουν συγκεκριμένα στερεότυπα και μπορούν να συνδράμουν τον αναγνώστη στην κατανόηση του μωσαϊκού της περιοχής στη σύγχρονη περίοδο.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Στο Α΄ Μέρος εξετάστηκε συνοπτικά ο ρόλος των Ελλήνων στην Κεντρική Ασία και στη συνέχεια ο ρόλος νομάδων – εισβολέων, Ιρανών και Τουρκογενών φυλών.

Ο ρόλος των Ελλήνων και των Περσών/Ιρανών στην εν λόγω περιοχή μαρτυρείται ως ανώτερος πολιτισμικά, ενώ των εισβολέων – νομαδικών φύλων περιγράφεται περισσότερο αν όχι ως καταστροφικός, τουλάχιστον ως στάσιμος. 

Στο Β΄ Μέρος αναφέρθηκε περιληπτικά η έναρξη των αραβικών εισβολών στη συγκεκριμένη περιοχή, από την αντίθετη κατεύθυνση τη νοτιοδυτική. Στη συνέχεια οι Σαμανίδες γνώρισαν μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας, οικονομικής ευημερίας και πολιτιστικής εξέλιξης κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 9ου αιώνα και το πρώτο μισό του 10ου αιώνα. Οι Σαμανίδες προστάτευσαν με επιτυχία μεγάλο μέρος του πυρήνα της Κεντρικής Ασίας από εξωτερικές επιδρομές. Αυτή η ειρήνη συνέπεσε με μεγάλη παραγωγικότητα στους τομείς της λογοτεχνίας, τέχνης και επιστήμης: μεγάλο μέρος αυτής της εξέλιξης επικεντρώθηκε στην περσική γλώσσα, την ταυτότητα και την ιστορία. Ακολούθησαν οι Γαζνεβίδες, κατά την διάρκεια των οποίων η εθνοτική πολιτική ήταν μια πηγή έντασης στην πολιτεία τους: αυτή είχε ιδρυθεί και στηριχθεί από τουρκογενείς στρατιωτικούς αλλά η διοίκηση της κυβέρνησης βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ιρανική γραμματειακή τάξη, οι οποίοι ήταν μέρος μιας παράδοσης που χρονολογείται από τους Σασσανίδες. Αυτή η εξάρτηση από τα ιρανικά ιδρύματα, σε συνδυασμό με την έμφαση των ηγεμόνων στη νομιμότητα του χαλιφάτου, φαίνεται ότι άφησε λίγο χώρο ή ενδιαφέρον για την προώθηση της τουρκικής ταυτότητας μεταξύ της ελίτ των Γαζνεβίδων. Τα ιστορικά αρχεία περιγράφουν ιρανικούς και ισλαμικούς εορτασμούς, αλλά μη-συσχετιζόμενους με την τουρκική ταυτότητα.

Στη συνέχεια εξετάστηκε το ζήτημα των Σελτζούκων, μίας σημαντικής φατρίας στα μέσα του 10ου αιώνα, των τουρκόφωνων φυλών των Ογούζων: αυτοί περιγράφονται από Άραβες και Ιρανούς ιστορικούς, ως περιπλανώμενους, όπως τα ζώα, χωρίς πραγματική θρησκεία. Οι Σελτζούκοι διατηρούσαν ακέραιες τις νομαδικές τους συνήθειες και κατόρθωναν να επιβιώνουν ως μισθοφόροι, από τα λάφυρα τα οποία αποκόμιζαν από τις διάφορες επιδρομές, καθώς και από την κτηνοτροφία. Τον 11ο αιώνα οι Σελτζούκοι μετανάστευσαν στην ηπειρωτική Περσία, στο Χορασάν και στην Χορεσμία, αφού νίκησαν τους Γαζνεβίδες. Ύστερα από μια επιτυχημένη πολιορκία του Ισφαχάν το 1050/51, ίδρυσαν μια αυτοκρατορία που αργότερα ονομάστηκε η Μεγάλη Αυτοκρατορία Σελτζούκων. Στη συνέχεια έφθασαν έως την Βαγδάτη, νικώντας τον σιίτη κυβερνήτη της το 1055, επικυρώνοντας τον σουννίτη Χαλίφη ως πνευματικό και ιδεολογικό επικεφαλής της Κοινοπολιτείας των Αββασιδών. 

Το αποκορύφωμα της εξουσίας των Σελτζούκων υπήρξε το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αλπ Αρσλάν [1063–73] και του Μαλίκ Σαχ [1073–92]. Το 1089, ο Μαλίκ Σαχ (αντιγράφοντας τους Άραβες) εισέβαλε στη Σογδιανή (Υπερωξιανή – Transoxiana). Το 1092, το εβδομαδιαίο θρησκευτικό κήρυγμα γινόταν στο όνομα του Μαλίκ Σαχ, από την βόρεια Συρία έως το Ανατολικό Τουρκεστάν. 

Στο Γ΄ Μέρος , περιγράφεται συνοπτικά η μετέπειτα πορεία των Σελτζούκων, έως τη Μικρά Ασία. Οι Σελτζούκοι κατόρθωσαν στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας να αξιοποιήσουν την Αραβική Θρησκεία (Ισλάμ) και τον Ιρανικό Πολιτισμό. Ωστόσο παρά τη στρατηγική κατάκτηση και διαφύλαξη του περάσματος της Σογδιανής, έπεσαν και οι ίδιοι θύματα νεότερων εισβολών αρχικά από τουρκογενείς και στη συνέχεια από μογγολικές φυλές.

Επιπλέον αξιοποίησαν πολιτικά και στρατιωτικά τη νέα θρησκεία, το Ισλάμ, διασυνδέοντας με επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς, τον σελτζουκικό με τον χαλιφικό δυναστικό οίκο, ώστε κάθε επεκτατική επιχείρηση των Σελτζούκων να είχε το ”ηθικό” επίχρισμα της νόμιμης επιχείρησης αποκατάστασης της μουσουλμανικής ενότητας, υπό την αιγίδα του Ορθόδοξου (σουννιτικού) χαλιφάτου της Βαγδάτης. Ο Αλπ Αρσλάν (1063-1073), ξεκίνησε μια σειρά κατακτήσεων με απώτατο στόχο την διάλυση του μουσουλμανικού (σιιτικού) Χαλιφάτου των Φατιμιδών της Αιγύπτου, ενώ η εισβολή στην Αρμενία το 1064, κατέληξε στην βυζαντινή συμφορά στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071. H τελευταία μάλλον πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας αποφυγής πιθανής διαμόρφωσης βυζαντινο-φατιμιδικής συμμαχίας.

Ο Αλπ Αρσλάν προσπαθώντας να βρει λύση στο πρόβλημα με τους Τουρκομάνους που συνέρρεαν και λεηλατούσαν τα πάντα, τους οδήγησε το 1063-64 στις παρυφές της πολιτείας του, στην Αρμενία, μια περιοχή μακρινή για την Κωνσταντινούπολη, χωρίς εθνικοθρησκευτική ομοιογένεια την εποχή εκείνη, για να τη λαφυραγωγήσουν: μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ, οι Τουρκομάνοι εισέβαλαν στη Μικρά Ασία και την δεκαετία 1071-80, εγκαταστάθηκαν στα παραβιασμένα ανατολικά σύνορα των Βυζαντινών. Εκτός τους ληστρικούς Τουρκομάνους, οι Σελτζούκοι είχαν να αντιμετωπίσουν και τους Ογούζους στα ανατολικά: δυσαρεστημένοι με την πολιτική τους μεταχείριση και την φορολογία από τους Σελτζούκους, οι Ογούζοι συνέλαβαν τον σουλτάνο τους Σαντζάρ το 1153 και στη συνέχεια σάρωσαν το Χορασάν.

            Η ανικανότητα του Βυζαντίου στην αναγνώριση του πραγματικού κινδύνου των Σελτζούκων του Ρουμ, [το σουλτανάτο αυτό από εδαφική άποψη ήταν μικρό, σε σχέση με τις εκτάσεις των Μεγάλων Σελτζούκων, αποτέλεσε όμως το συνεκτικότερο και μακροβιότερο από τα σελτζουκικά κράτη, ανεξαρτήτως των μορφών υποτέλειας ή διακυβέρνησής του], στην επίτευξη κατάλληλων και αποδοτικών συμμαχιών και στην εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών, είχε ως παράγωγο την επόμενη μάχη του Μυριοκέφαλου (1176), μεταξύ Βυζαντινών και των νικητών Σελτζούκων του Ικονίου.

            Στο Δ΄ Μέρος που ακολουθεί, καταγράφεται περιληπτικά η εμφάνιση των Μογγόλων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και ο σημαντικός ρόλος τους στην ιστορική της εξέλιξη.  

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΜΟΓΓΟΛΩΝ

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Λατίνους το 1204, οι Βυζαντινοί της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας στράφηκαν στην ανάκτησή της, την οποία και κατόρθωσαν το 1261.Το σελτζουκικό σουλτανάτο του Ρουμ στη Μικρά Ασία, που είχε ήδη εδραιωθεί στην περιοχή μετά τη μάχη του Μαντζικέρτ (1071), [αρχικά στη Νίκαια, (περί το 1080) και στη συνέχεια στο Ικόνιο], επεδίωκε την εξάπλωσή του σε όλη την Μικρά Ασία και την Ανατολία, ερχόμενο σε σύγκρουση και με τους Βυζαντινούς. Οι Σελτζούκοι του Ρουμ, γνώρισαν ακμή επί βασιλείας του Κιλίτζ Αρσλάν Β΄ (1156-1192), κατά την διάρκεια της οποίας έλαβε χώρα και η  μάχη του Μυριοκέφαλου μεταξύ Βυζαντινών και Σελτζούκων, (17 Σεπτεμβρίου 1176), κοντά στην πόλη Λαοδίκεια της Φρυγίας. Η μάχη αυτή καταγράφηκε στην ιστορία ως “συντριπτική νίκη” του Σουλτάνου του Ικονίου και ως “πανωλεθρία” του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού. Το Μυριοκέφαλο είχε περισσότερο ψυχολογικό παρά στρατιωτικό αντίκτυπο, διότι όπως αποδείχθηκε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να καταστρέψει την δύναμη των Σελτζούκων στην κεντρική Ανατολία, παρά τις προόδους που πραγματοποιήθηκαν κατά την βασιλεία του Μανουήλ. Οι Σελτζούκοι όμως από τα μέσα του 13ου αιώνα μετέπεσαν σε σταδιακή παρακμή, μέχρι που το σουλτανάτο τους καταλύθηκε το 1308. Από τις αρχές του 14ου αιώνα, τη Μικρά Ασία είχαν κατακλύσει πλήθος κρατιδίων (εμιράτων), με κυριότερο αυτό του Τουρκομάνου ηγέτη Οσμάν, που εξελίχθηκε στα μέσα του 14ου αιώνα, στη μετέπειτα Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ωστόσο οι αυτοκρατορίες της Νίκαιας και της Τραπεζούντας, θα ευνοούνταν από τις επιδρομές και την έλευση των Μογγόλων, τη «μάστιγα του Θεού», στην Ανατολία.

Tα φύλα που μιλούσαν μογγολικές διαλέκτους κατοικούσαν επί αιώνες την ευρύτερη περιοχή που σήμερα ονομάζεται Μογγολία. Όμως μόνο ένας σπουδαίος ηγέτης θα μπορούσε ύστερα από μακροχρόνιο αγώνα, να τα ενώσει το 1206, και να μεταμορφώσει τους Μογγόλους σε παγκόσμια δύναμη.  Ο ηγέτης αυτός ήταν ο Τεμουτζίν που αναγορεύθηκε σε Τζένγκις Χαν [Genghis Khan: παγκόσμιος ηγέτης], όνομα με το οποίο έμεινε γνωστός στην ιστορία. Οι Μογγόλοι, νομαδική φυλή κτηνοτρόφων από τις στέπες της Κεντρικής Ασίας, σημάδεψαν με τις καταστροφικές τους επιδρομές την παγκόσμια ιστορία. Οι αχανείς κατακτήσεις τους εκτείνονταν από τα σημερινά, ανατολικά σύνορα της Γερμανίας έως την Κορέα και από τον Αρκτικό Ωκεανό έως την Τουρκία και τον Περσικό Κόλπο, ενώ επιχείρησαν και ναυτικές αποβάσεις σε Ιαπωνία και Ιάβα. Ο Τζένγκις Χαν αρχικά το 1211 εισέβαλε στην βόρεια Κίνα, υποδούλωσε την αυτοκρατορία των Τσιν  και άλωσε το Πεκίνο το 1215, διαπερνώντας το Σινικό Τείχος. Στη συνέχεια στράφηκε στην Δύση, εκστρατεύοντας κατά σειρά εναντίον των αυτοκρατοριών, του Καρα-Χιτάι [Qara ή Kara Khitai (1124-1220)] και του Κουαρέζμ [Khwarezmian Empire, Χορεσμιανή αυτοκρατορία (1077-1220)], των πρώτων ισλαμικών κρατών που γνώρισαν την αγριότητα της μογγολικής επιθετικότητας. Παρά την δριμύτατη αντίσταση, στην οποία απάντησαν με αποτρόπαιες σφαγές, οι Μογγόλοι διέσχισαν το Ιράν νότια της Κασπίας και έφθασαν δια πυρός και σιδήρου, έως τον Καύκασο το 1223.

Η εντυπωσιακότερη συνέπεια των μογγολικών κατακτήσεων από εθνοτική άποψη, ήταν η ευρεία διασπορά τουρκικών φύλων στην Δυτική Ασία: ο Τζένγκις Χαν είχε έγκαιρα φροντίσει να εντάξει στο στρατό του αφοσιωμένα σ΄ αυτόν τουρκόφωνα φύλα, καθώς οι Μογγόλοι δεν ήταν πολυάριθμοι, (λόγω του άγονου εδάφους και των μεταξύ των συγκρούσεων), με αποτέλεσμα τα τουρκικά φύλα να ξεπερνούν αριθμητικά τους ιθαγενείς Μογγόλους στις στρατιές τους. Έτσι διαδόθηκαν και οι τουρκικές διάλεκτοι στις κατακτημένες περιοχές. 

Αξίζει να επισημανθεί ότι οι κατακτητές, όντας παγανιστές, ήλθαν σε επαφή με τρεις θρησκείες: τον βουδισμό, τον ισλαμισμό, τον χριστιανισμό, και φυσικά προσελκύστηκαν από την προηγμένη πολιτιστική τους έκφραση. Στην αρχή μάλιστα εναντιώθηκαν στο Ισλάμ: πολέμησαν σθεναρά, μουσουλμανικά κράτη την περίοδο 1216- 1260. Το 1258 στην πτώση της Βαγδάτης η αιματοχυσία ήταν φρικτή, ο χαλίφης σφαγιάστηκε και προσωρινά οι Μογγόλοι της Περσίας προάσπισαν το νεστοριανισμό[5] και τον βουδισμό. Όμως στις αρχές του 14ου αιώνα οι αρχηγοί τους είχαν πλέον εξισλαμιστεί και υποστήριζαν φανατικά τον περσικό πολιτισμό. Ανάλογα οι Μογγόλοι στην Κίνα ευνόησαν τον βουδισμό που εδραιώθηκε στην Άπω Ανατολή.

Στην Δύση οι ηγέτες των Ευρωπαϊκών κρατών ευελπιστούσαν μάταια, στην ανάδυση μιας χριστιανικής Μογγολικής Αυτοκρατορίας που θα τους συνέδραμε στην πάλη, με τους Μαμελούκους σουλτάνους της Αιγύπτου και τους άλλους μουσουλμάνους στους Άγιους Τόπους (σταυροφορίες). Γνώριζαν ότι στην Αυτοκρατορική Αυλή των Μογγόλων υπήρχαν χριστιανές πριγκίπισσες. Η αρχική εναντίωση των Μογγόλων στο Ισλάμ υποστήριξε αυτές τις ελπίδες. Οι βλέψεις αυτές διαμόρφωσαν έναν θρύλο που διαδόθηκε με ενθουσιασμό και αφορούσε έναν ήρωα χριστιανό βασιλέα, τον Ιωάννη, ο οποίος θα ερχόταν από την Ανατολή για να σώσει την Δύση … 

Επίσης ως αποτέλεσμα των μογγολικών κατακτήσεων ήταν και η προσωρινή διάνοιξη μιας εμπορικής οδού που συνέδεε την Ανατολή με την Δύση – αυτήν την οδό διέτρεξε αργότερα, το 1271 και ο Ενετός έμπορος-εξερευνητής Μάρκο Πόλο.

Στη συνέχεια στο κείμενο παρουσιάζονται και αναλύονται ορισμένα βασικά ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, στοχεύοντας να αποσαφηνίσει συγκεκριμένα ζητήματα, ίσως και μύθους, που αναφέρονται στην ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας και τα οποία είχαν και πιθανώς να έχουν ακόμη επιδράσεις στην εξέλιξη των κοινωνιών  των σύγχρονων κρατών.

ΟΙ ΜΟΓΓΟΛΟΙ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ & ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ – ΑΝΑΤΟΛΙΑ

Μετά τον θάνατο του Τζένγκις Χαν το 1227, οι διάδοχοί του συνέχισαν την επέκταση: ο εγγονός του Μπατού [Batu] ηγήθηκε της εισβολής στην Ευρώπη (1237-1241).

Στη Μικρά Ασία μετά τον θάνατο του Καϋχοσρόη Α΄,  [Σελτζούκος Σουλτάνος του Ρουμ (1192 – 1196)], το 1211, ο γιός του Καϋκοβάδης και ο μεγαλύτερος αδελφός του Καϋκαούς, συγκρούστηκαν για τον θρόνο. Ο Καϋκοβάδης κέρδισε την υποστήριξη ισχυρών γειτόνων του σουλτανάτου, όπως του Λέοντα Β΄ της Αρμενίας και του θείου του Τουγκρίλ-σαχ, κυβερνήτη του Ερζερούμ. Ο Καϋκαούς είχε ωστόσο την υποστήριξη των αξιωματούχων του σουλτανάτου και με έδρα τη Μαλάτεια κατέκτησε την Καισάρεια και το Ικόνιο, αναγκάζοντας τον Λέοντα Β΄ να αλλάξει την υποστήριξή του. Ο Καϋκοβάδης δραπέτευσε στο κάστρο του στην Άγκυρα και ζήτησε βοήθεια από τους Τουρκομάνους στην Κασταμονή. Ωστόσο ο Καϋκαούς Α΄ ενώ εξασφάλισε αρχικά τον θρόνο, πέθανε πρόωρα (1220), ήταν άτεκνος και τον διαδέχθηκε τελικά στον θρόνο ο αδελφός του. Είχε προλάβει όμως το 2014, να καταλάβει από τους Κομνηνούς το ποντιακό λιμάνι της Σινώπης.

Επισημαίνεται ότι η ίδρυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας από τους Μεγάλους Κομνηνούς Δαβίδ (1204-1212) και Αλέξιο Α΄ (1204-1222) είχε προκαλέσει την αντίδραση των Σελτζούκων του Ικονίου, οι οποίοι είδαν μια νέα στρατιωτική και πολιτική δύναμη να απειλεί σοβαρά τις επαρχίες της επικράτειάς τους που βρίσκονταν στον Πόντο. Για να εξαλείψουν τον κίνδυνο που δημιουργούσε στην περιοχή η ύπαρξη του νεοσύστατου σχηματισμού, οι Σελτζούκοι προσπάθησαν με αλλεπάλληλες πολεμικές επιχειρήσεις να την θέσουν υπό τον έλεγχό τους και μερικώς το πέτυχαν κατά τα έτη 1214-1223 και 1231-1243. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η αποτυχημένη εκστρατεία του 1222-1223, υπό τον Καϋκοβάδη Α΄, με στόχο την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας Τραπεζούντα.

Σημαντικές επίσης ήταν οι στρατιωτικές επιτυχίες του Καϋκαούς Α΄ κατά των Αρμενίων της Κιλικίας την περίοδο 1212-1217, οι οποίες του δημιούργησαν την ψευδαίσθηση για δυνατότητες περαιτέρω εξάπλωσης σε βόρεια Συρία όπου κυριαρχούσαν οι απόγονοι του Σαλαδίνου, οι Αγγιουμπίδες της Αιγύπτου. Ο αδελφός και διάδοχος του Καϋκαούς, Καϋκοβάδης Α΄ [Kayqubad Ι, 1220-1237 – βλ. Ένθετο 1], υπήρξε κατά κοινή ομολογία ο σημαντικότερος και ισχυρότερος ηγεμόνας του σουλτανάτου του Ρουμ κατά τον 13ο αιώνα και – μαζί με τους Αλπ Αρσλάν, Μαλίκ Σαχ της Βαγδάτης και Κιλίτζ Αρσλάν Β΄ του Ικονίου – ένας από τους σπουδαιότερους Σελτζούκους μονάρχες της ιστορίας, (Σαββίδης, 2006, σελ. 123).

Χάρτης 1: Σουλτανάτο του Ρουμ κατά την βασιλεία του Καϋκοβάδη Α΄ (1220-1237) (εκστρατείες, μάχες, πολιορκίες)

Πηγή: wikimedia

Στο μεταξύ οι Δυτικοευρωπαίοι ηγεμόνες, στο πλαίσιο μιας κοντόφθαλμης πολιτικής, συνέχιζαν την οργάνωση χιμαιρικών σταυροφοριών για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων: την παράδοξη «σταυροφορία των παιδιών» του 1212, ακολούθησε με παταγώδη επίσης αποτυχία η Ε΄ Σταυροφορία του 1217-1221. Στη συνέχεια με την ΣΤ΄ Σταυροφορία (1227-28), ο άξιος Φρειδερίκος Β’ έγινε κύριος της Ιερουσαλήμ, την οποία έμελλε να  κρατήσουν οι σταυροφόροι έως το 1244.

Οι Μογγόλοι δεν παρέμειναν αδρανείς: το 1225, εισέβαλαν στην Αρμενία, κατακτώντας την πρωτεύουσά της, και έφθασαν ως την πόλη της Τιφλίδας στην Γεωργία. Η Μογγολική Αυτοκρατορία το 1230 κατέκτησε την Περσία και ο Χορμακάν [Chormaqan] έγινε στρατιωτικός κυβερνήτης της Περσίας, Ανατολίας και της Γεωργίας. Δεν υπήρξαν τότε εχθροπραξίες με τους Σελτζούκους του Ρουμ. Ο σουλτάνος Καϋκοβάδης Α΄ και ο διάδοχός του Καϋχοσρόης Β΄ [Kaykhusraw ΙΙ, 1237-1246] έδωσαν όρκο φόρου υποτέλειας στον Μεγάλο Χαν των Μογγόλων Ογκεντέι [Ögedei]. Μετά την κατάρρευση της Χορεσμιανής αυτοκρατορίας του Τζελάλ αντ-Ντιν Μινγκμπουρνού το 1231,  στην οποία συνεισέφεραν κατά τραγική ειρωνεία οι ίδιοι οι Σελτζούκοι, τα ανατολικά τους σύνορα έμειναν χωρίς «ενδιάμεση» περιοχή, απέναντι στους Μογγόλους. Έτσι όταν οι τελευταίοι άρχισαν να κινούνται δυτικά, παρασύροντας στο διάβα τους τα ερείπια διαφόρων μουσουλμανικών δυναστειών του Ιράν και της Μεσοποταμίας, ήρθαν αναπόφευκτα σε σύγκρουση και με το σουλτανάτο του Ρουμ, το οποίο είχε σοβαρά αποδυναμωθεί από την θρησκευτική και κοινωνική εξέγερση των «μπαμπαΐδων», το 1239-40. Ήδη από το 1235, το ηγετικό συμβούλιο των Μογγόλων στην πρωτεύουσα Καρακορούμ, είχε αποφασίσει να εξαπολύσει εισβολή κατά της Ρωσίας και των περιοχών της Ανατολικής Ευρώπης, με επικεφαλής τον Χαν Μπατού. Ο Ογκεντέι πέθανε το 1241 (διασώζοντας από αναμενόμενη μογγολική εισβολή, Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη και Ευρώπη), και ο σουλτάνος Καϋχοσρόης Β΄ έλαβε την ευκαιρία να αποκηρύξει την υποτέλειά του, πιστεύοντας ότι ήταν αρκετά ισχυρός για να αντισταθεί στους Μογγόλους. Ο διάδοχος του Χορμακάν, Μπαϊτζού [Baiju] τον κάλεσε να την ανανεώσει: να προσέλθει αυτοπροσώπως στη Μογγολία, να παραδώσει ομήρους και αποδεχθεί στο σουλτανάτο ένα Μογγόλο αξιωματούχο.

Όταν ο σουλτάνος ​​αρνήθηκε, ο Μπαϊτζού του κήρυξε πόλεμο: μία εντυπωσιακή δύναμη στρατολογημένη απ΄ όλους τους υπόδουλους λαούς πέρασε τα σύνορα του σελτζουκικού σουλτανάτου (του Ικονίου), από την περιοχή του Καυκάσου και υπό τον στρατηγό Μπαϊτζού, το 1242. Το Καρίν ήταν η πρώτη πόλη που κατέκτησαν και ισοπέδωσαν. Στη συνέχεια οι Μογγόλοι με συμμετοχή Γεωργιανών και Αρμενίων επιτέθηκαν τον χειμώνα 1242-1243, πρώτα στο Ερζερούμ. Οι κάτοικοι της πόλης αποφάσισαν να αντισταθούν και οι Μογγόλοι αφού την πολιόρκησαν δύο μήνες με καταπέλτες, την κατέλαβαν και τιμώρησαν τους κατοίκους της. Ωστόσο έχοντας επίγνωση της ισχύος των Σελτζούκων στην Ανατολία, ο Μπαϊτζού με φρόνηση, επέστρεψε στο Ιράν.

Όταν πληροφορήθηκε για την επίθεση εναντίον του Ερζερούμ, ο σουλτάνος Καϋχοσρόης Β΄ αυτάρεσκα και δεσποτικά, συγκέντρωσε τις δυνάμεις του στο Ικόνιο. Αποδέχθηκε την πρόκληση στέλνοντας ένα μήνυμα πολέμου, αψηφώντας τον Μπαϊτζού επειδή ο στρατός του κατέλαβε μόνο μία από τις πολλές πόλεις του. Ο σουλτάνος ​​κάλεσε τους γείτονές του να συνεισφέρουν στρατεύματα για να αντισταθούν στην εισβολή: έλαβε στρατιωτική υποστήριξη από την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, τον Σουλτάνο των Αγγιουμπιδών στο Χαλέπι και Φράγκοι μισθοφόροι συμμετείχαν στην εκστρατεία. Ο Βασιλιάς του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας υποσχέθηκε να στείλει ενισχύσεις. Ωστόσο, δεν είναι σίγουρο ότι συμμετείχε στον αγώνα. Μερικοί ευγενείς από την Γεωργία τον ακολούθησαν, αλλά οι περισσότεροι Γεωργιανοί αναγκάστηκαν να πολεμήσουν στο πλευρό των Μογγόλων. Λόγω ελάχιστων αξιόπιστων πληροφοριών, είναι δύσκολο να αναφερθούν τα μεγέθη των στρατευμάτων. Η δύναμη των Σελτζούκων όμως ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή των Μογγόλων. 

Ο Καϋχοσρόης προχώρησε από το Ικόνιο περίπου 200 μίλια μέχρι το Κιοσέ-Ντάγ [Köse Dağ (Σάταλα), 60 χλμ. ανατολικά της Sivas, μια τοποθεσία μεταξύ Erzincan και Gümüşhane στη σύγχρονη βορειοανατολική Τουρκία]. Ο Μογγολικός στρατός εισήλθε στην περιοχή τον Ιούνιο του 1243 και περίμενε την πορεία των Σελτζούκων και των συμμάχων τους. Ο Μπαϊτζού παράβλεψε μια ανησυχητική ειδοποίηση από γεωργιανό αξιωματικό του σχετικά με το μέγεθος του αντίπαλου στρατού, δηλώνοντας ότι οι Μογγόλοι δεν μετρούν τους αριθμούς των εχθρών τους, αλλά τη λεηλασία που θα εξασφαλίσουν(!) Από την άλλη πλευρά ο Καϋχοσρόης Β΄ απέρριψε αλαζονικά, την πρόταση των έμπειρων διοικητών του να περιμένουν την επίθεση. Αντ’ αυτού, έστειλε μια δύναμη 20.000 ανδρών, με επικεφαλής άπειρους διοικητές: ο μογγολικός στρατός προσποιούμενος μια υποχώρηση, αντέστρεψε, περικύκλωσε τους   Σελτζούκους και τους κατανίκησε. Ο Μπαϊτζού είχε διαιρέσει τους Μογγόλους σε πολυάριθμες ομάδες, διασπείροντάς τους μέσα σε μονάδες από τις άλλες εθνότητες. Οι ανάμεικτες ομάδες που διοικούσαν Γεωργιανοί και Αρμένιοι πρίγκιπες νίκησαν τον σελτζουκικό στρατό. Όταν ο υπόλοιπος στρατός των Σελτζούκων αντιλήφθηκε την ήττα, πολλοί διοικητές και στρατιώτες, περιλαμβανομένου του Καϋχοσρόη, άρχισαν να εγκαταλείπουν το πεδίο της μάχης. Ο ίδιος ο σουλτάνος μόλις που κατάφερε να ξεφύγει. Τότε οι Μογγόλοι καταδίωξαν και έσφαξαν όσους δεν κατάφεραν να τραπούν σε φυγή. Ανατριχιαστικές αναφορές της φοβερής μογγολικής αγριότητας και ωμότητας κατέκλυσαν τον κόσμο.

Προελαύνοντας ο Μπαϊτζού ανέλαβε τον έλεγχο των περιοχών Arzenjan (Erzincan Ερζιντζάν), Divriği (Τεφρική) και Sivas (Σίβας, Σεβάστεια). Οι Μογγόλοι έστησαν το στρατόπεδο τους κοντά στη Σεβάστεια – ήταν η επόμενη πόλη που καταστράφηκε από τους Μογγόλους μετά το Ερζερούμ. Αν και οι κάτοικοι παρέδωσαν τα πάντα στους κατακτητές, η πόλη ερημώθηκε μαζί με τα τείχη της. Η Καισάρεια [Kayseri], δεύτερη πρωτεύουσα των Σελτζούκων, επέλεξε να τους αντισταθεί, αλλά μετά από μικρή αντίσταση, έπεσε στους εισβολείς, ισοπεδώθηκε εκ θεμελίων και ο πληθυσμός της αποδεκατίστηκε. Ο Σελτζούκος σουλτάνος κατέφυγε για βοήθεια στον Ιωάννη Βατάτζη της Νικαίας, συναντώντας τον στον ποταμό Μαίανδρο της Φρυγίας, όπου και υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας: ο Βυζαντινός ηγεμόνας προσέφερε απλή εμψύχωση στους Σελτζούκους, χωρίς να συνεισφέρει πραγματική βοήθεια. Ακολούθως ο σουλτάνος κατέφυγε στη μακρινή Αττάλεια, αλλά στη συνέχεια αναγκάστηκε να κάνει ειρήνη με τους Μογγόλους: απέστειλε αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον βεζίρη του στον  Μπαϊτζού, συνειδητοποιώντας ότι περαιτέρω αντίσταση θα προκαλούσε μόνο καταστροφή. Ο Μπαϊτζού προσέφερε όρους υποτέλειας και ο σουλτάνος ​​δεσμεύτηκε να καταβάλλει ετήσιο φόρο υποτέλειας, σε χρυσό, μετάξι, καμήλες και πρόβατα. Ωστόσο, η περιοχή που είχε καταλάβει η στρατιωτική δύναμη παρέμεινε κατεχόμενη από τους Μογγόλους. Σχεδόν το ήμισυ του Σουλτανάτου του Ρουμ έγινε κατεχόμενη χώρα. Μεγάλα εμπορικά κέντρα όπως η Καισάρεια και η Σεβάστεια παρήκμασαν.

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας κατέστη και αυτή υποτελής στον Χαγάνο, φοβούμενη πιθανά αντίποινα, επειδή συμμετείχε στη μάχη του Κιοσέ-Ντάγ. Ο Καϋχοσρόης Β΄ πέθανε το 1245 και ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους γιούς του. Ο μεγαλύτερος Καϋκαούς Β’ [Kaykaus ΙΙ, (1246-1260)], υποστηριζόμενος από τους Βυζαντινούς έγινε κύριος των εδαφών του σουλτανάτου δυτικά του ποταμού Άλυος, ενώ ο Κιλίτζ Αρσλάν Δ΄(1248-1265), ο οποίος ήταν «πιόνι» των κατακτητών Μογγόλων έγινε κύριος των ανατολικών εδαφών του σουλτανάτου του Ρουμ, με τον αδελφό του Καϋκοβάδη Β΄ (1249-1257): το κράτος κυβερνιώταν από Μογγόλους διοικητές-επικυρίαρχους.

Η Αυτοκρατορία της Νίκαιας διατήρησε τα εδάφη της αυτήν την δύσκολη περίοδο, όπου οι Μογγόλοι κατέκτησαν ολόκληρη τη Μικρά Ασία έως τη Σιδώνα της Συρίας. Ο  Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης (1222-1254) προετοιμάστηκε για την επικείμενη απειλή των Μογγόλων. Είχε στείλει απεσταλμένους στους Χαγάνους Güyük και Möngke [Μέγκε-κε], κερδίζοντας χρόνο. Ωστόσο η Μογγολική Αυτοκρατορία δεν τον εμπόδισε στο σχέδιό του να ανακτήσει την Πόλη από τους Λατίνους, που έστειλαν επίσης απεσταλμένο στους Μογγόλους. Οι διάδοχοι του Βατάτζη, οι Παλαιολόγοι της αποκατεστημένης πλέον Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έκαναν συμμαχία με τους Μογγόλους, δίνοντας χριστιανές πριγκίπισσες σε γάμο με τους Μογγόλους Χαν.

Οι Μογγόλοι ίδρυσαν την δική τους αυτοκρατορία στην περιοχή που εκτείνεται σήμερα από το Αφγανιστάν έως την κεντρική Τουρκία, το Ιλ-Χανέτ (Ilkhanate). Το Ιλ-Χανάτο (“μικρό χανάτο”) ήταν υποταγμένο  στη Μογγολική Αυτοκρατορία, ιδρύθηκε από τον εγγονό του Τζένγκις Χαν, Χιουλεγκιού [Hulagu], ο οποίος το κυβέρνησε ως Ιλ-Χαν (Ilkhan: υφιστάμενος Χαν), με έδρα την Περσία.  Το Ιλ-Χανάτο αρχικά αγκάλιασε πολλές θρησκείες, αλλά ήταν ιδιαιτέρως ευνοϊκό στον Βουδισμό και τον Χριστιανισμό. Μεταγενέστεροι Ιλχανίδες ηγέτες, ξεκινώντας από τον Γαζάν [Ghazan] το 1295, ενστερνίστηκαν το Ισλάμ.

Οι Μογγόλοι νικώντας τους μουσουλμάνους Σελτζούκους, κατέλαβαν την Ανατολία και έγιναν οι νέοι ηγέτες της, με τους Σελτζούκους να γίνονται υποτελείς τους [μέχρι την πτώση του Ιλ-Χανάτου το 1335]. Μετά τη νικηφόρο μάχη του Κιοσέ-Ντάγ, ο Μπαϊτζού το 1244 ζήτησε φόρο και από το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας. Η Μικρή Αρμενία ήταν η επόμενη χώρα που απειλείτο από τους Μογγόλους. Οι ηγέτες της έστειλαν απεσταλμένους στον Μπαϊτζού για ειρήνη. Οι διαπραγματεύσεις έλαβαν χώρα στην Καισάρεια, με αποτέλεσμα η Μικρή Αρμενία να παραμείνει ανεξάρτητη, αλλά υποχρεωμένη να συνεισφέρει σε στρατιώτες όποτε θα της ζητείτο. Μερικά χρόνια μετά (1245-7), οι διαπραγματεύσεις συνεχίσθηκαν στο Καρακορούμ. Στα 1253-1254, ο ηγεμόνας της χώρας Χέθουμ Α΄ [Hethum I], παρουσιάσθηκε στην Αυλή του Μογγόλου Χαγάνου. Στο μεταξύ ο Μογγολικός στρατός συνέχισε τις επιδρομές του στη Μέση Ανατολή: έκανε επιδρομή στο Χαλιφάτο των Αββασιδών το 1245 και επίθεση στη Συρία το 1246. Ο Μπαϊτζού δέχθηκε πρέσβεις από τον Πάπα Ιννοκέντιο Δ΄ [Innocent IV] το 1247. Φαίνεται ότι εκείνη την εποχή ο Μογγόλος στρατηγός είχε εγκατασταθεί στη Μουγκλάν (Ιράν), όταν ο Μογγόλος διοικητής του Ιράν και ιδρυτής της Ιλχανιδικής δυναστείας στο Ιράν — ο Χιουλαγκιού — έφθασε το 1256. Οι επόμενες δύο προσπάθειές του να εισβάλει στο Χαλιφάτο των Αββασιδών στο Ιράκ σημείωσε λιγότερη επιτυχία το 1249-50. Το διάστημα 1240 – 1250, οι Μογγόλοι διατήρησαν την εξουσία τους στη σύγχρονη περιοχή του Ιράν και ανέχθηκαν την αυτονομία του Σουλτανάτου, της Γεωργίας και των μικρών κρατών στο Ιράν, παρεμβαίνοντας στις δυναστικές διαδοχές και λαμβάνοντας φόρο. Ήδη μετά την εκλογή του Γκουγιούκ [Güyük] το 1246, ο Ελτζιγκιντέι [Eljigidei], αντικατέστησε τον Μπαϊτζού, ως προσκείμενο στον Μπατού. Ο Ελτζιγκιντέι αναχώρησε από τη Μογγολία τον Σεπτέμβριο του 1247 και έφθασε στην Ταλάς [Talas, Κιργιστάν] τον Απρίλιο του 1248. Κατά την άφιξή του στο Χορασάν [Khorasan], στρατοπέδευσε στην περιοχή της Βαγδάτης. Φέρεται να είχε συμπάθεια στον χριστιανισμό. Διατάχθηκε να προωθηθεί σε Συρία και Βαγδάτη. Αυτή η επιχείρηση στην ιδανική περίπτωση, θα διεξαγόταν σε συμμαχία με τον βασιλιά Λουδοβίκο Θ΄[Louis IX] της Γαλλίας, στο πλαίσιο της Ζ΄ σταυροφορίας (1248 – 1254).

Χάρτης 2: Η Μογγολική Αυτοκρατορία κατά την κυριαρχία του Μέγκε-κε Χαν (1251–1259)

Πηγή: wikipedia

Στο μεταξύ το 1244, οι μουσουλμάνοι του Κουαρέζμ (Χορεσμίας), που είχαν εκτοπιστεί από την προώθηση των Μογγόλων, κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ, στην προσπάθειά τους να συμμαχήσουν με τους Αιγύπτιους Μαμελούκους. Η πτώση της Ιερουσαλήμ στους μουσουλμάνους δεν ήταν πλέον ένα κρίσιμο γεγονός για τους Ευρωπαίους, καθώς η πόλη είχε αλλάξει κυρίαρχο πολλές φορές τους τελευταίους δύο αιώνες. Παρά τις εκκλήσεις του Πάπα, υπήρχαν πολλές διενέξεις στην Ευρώπη που εμπόδιζαν τους ηγέτες της να ξεκινήσουν νέα σταυροφορία. Ο μόνος βασιλιάς που ενδιαφερόταν ήταν ο Λουδοβίκος Θ΄ της Γαλλίας. Μια πολύ μικρότερη δύναμη των Άγγλων συμμετείχε, με επικεφαλής τον William Longespée. Από το 1245 και για τα επόμενα τρία έτη ο Λουδοβίκος προετοιμαζόταν και το 1248 στράτευμα 15.000 ανδρών (περιελάμβανε 3.000 ιππότες και 5.000 τοξότες με βαλλίστρες), απέπλευσε με 36 πλοία από τα λιμάνια Aigues-Mortes και Μασσαλίας. Κατέπλευσαν στην Κύπρο, όπου διαχείμασαν, διαπραγματευόμενοι με διάφορες άλλες δυνάμεις στα ανατολικά. Η Λατινική Αυτοκρατορία, (που ιδρύθηκε μετά την Δ΄ σταυροφορία), ζήτησε την βοήθειά τους εναντίον των Βυζαντινών, (Αυτοκρατορία της Νίκαιας) και του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας, και οι Ιππότες την βοήθειά τους στη Συρία, όπου οι μουσουλμάνοι είχαν πρόσφατα καταλάβει τη Σιδώνα.

Ο Λουδοβίκος κατέπλευσε το 1249 στη Νταμιέτα [Damietta] της Αιγύπτου, ως βάση για την επίθεσή του στην Ιερουσαλήμ και εναντίον των μουσουλμάνων της Συρίας. Τον Νοέμβριο, ο Λουδοβίκος κατευθύνθηκε εναντίον του Καΐρου, και σχεδόν ταυτόχρονα, πέθανε ο Αγγιουμπίδης σουλτάνος της Αιγύπτου, ο as-Salih Ayyub. Μια δύναμη σταυροφόρων επιτέθηκαν στο εχθρικό στρατόπεδο στην Gideila και προχώρησαν στην Al-Mansurah, όπου ηττήθηκαν σε μάχη το 1250. Η κύρια δύναμη δέχθηκε επίθεση από τον Μαμελούκο Μπαϊμπάρς [Baibars], διοικητή του στρατού και μελλοντικού σουλτάνου, και ηττήθηκε. Στη συνέχεια ο Λουδοβίκος προσπάθησε τελικά να επιστρέψει στη Νταμιέτα, αλλά ο στρατός του εκμηδενίστηκε στη μάχη της Φαρίσκουρ [Fariskur] και ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε. Κατέβαλε λύτρα, απελευθερώθηκε και έφυγε από την Αίγυπτο για την Άκρα [Acre], ένα από τα λίγα εναπομείναντα μέρη των σταυροφόρων στη Συρία.

Ο Λουδοβίκος συμμάχησε με τους Μαμελούκους, αντίπαλους τότε του Σουλτάνου της Δαμασκού, και από τη νέα του βάση στην Άκρα άρχισε να ανοικοδομεί πόλεις των σταυροφόρων, ιδιαίτερα την Χάιφα και τη Σιδώνα. Αν και το Βασίλειο της Κύπρου (1192-1489) διεκδίκησε την εξουσία στην περιοχή, ο Λουδοβίκος ήταν ο «de facto» κυβερνήτης. Το 1254 τα χρήματά του εξαντλήθηκαν, και η παρουσία του ήταν απαραίτητη στην Γαλλία. Πριν αποχωρήσει συγκρότησε μόνιμη γαλλική φρουρά στην Άκρα, (πρωτεύουσα του «Βασιλείου της Ιερουσαλήμ», μετά την απώλεια της ίδιας της πόλης), η οποία παρέμεινε εκεί μέχρι την πτώση της, το 1291. Η σταυροφορία του τελικά ήταν μια αποτυχία, αλλά θεωρήθηκε άγιος από πολλούς, και η φήμη του απλώθηκε στην Ευρώπη. Το 1270 προσπάθησε για μια άλλη σταυροφορία, η οποία κατέληξε επίσης σε αποτυχία.   

Χάρτης 3: Το Μογγολικό Ιλ-Χανάτο την περίοδο 1256–1353

Πηγή: wikimedia

Το 1248 πεθαίνει ξαφνικά ο Μεγάλος Χαν Γκουγιούκ, γιός του Ογκεντέι (1189-1241) και ο Ελτζιγκιντέι αναβάλει τα σχέδιά του. Ο Μεγάλος Χαν Μενγκ-κε [Möngke Khan, εγγονός του Τζένγκις Χαν και τέταρτος Χαγάνος της Μογγολικής Αυτοκρατορίας], κυβερνώντας από το 1251 έως το 1259, ήταν αποφασισμένος να επεκτείνει τις μογγολικές κτήσεις σε Ανατολή και Δύση. Ο ίδιος ηγήθηκε εναντίον της Κίνας και ο αδελφός του Χιουλεγκιού [Hulagu] κατά των Ασσασίνων και του Χαλιφάτου στη Μέση Ανατολή. Οι Αββασίδες στην Βαγδάτη και οι Ασσασίνοι στα όρη Elbruz διατήρησαν την ανεξαρτησία τους, μέχρι την έλευση του Χιουλεγκιού το 1255. Ο Μενγκ-κε του είχε δώσει εντολή να επιτεθεί στην Βαγδάτη και να την καταστρέψει, εάν ο Χαλίφης Αλ-Μουστασίμ [Al-Musta’sim] απέρριπτε την υποταγή στον Χαγάνο και την καταβολή φόρου με τη μορφή στρατιωτικής υποστήριξης για τις δυνάμεις της Μογγολίας στην Περσία. Ο Ελτζιγκιντέι και η οικογένειά του εκτελέστηκαν από τον Μπατού, για την αντίθεσή του στην εκλογή του Μενγκ-κε το 1251 και επαναφέρθηκε ο Μπαϊτζού, (μογγολικές οικογενειακές δυναστικές διαμάχες). Ωστόσο και ο τελευταίος φέρεται να κατηγορήθηκε από τον Χιουλεγκιού, επειδή δεν επέκτεινε περαιτέρω τη μογγολική εξουσία και αντικαταστάθηκε απ΄ αυτόν ως ανώτατος διοικητής το 1255, αλλά υπηρέτησε στις εκστρατείες, το 1256 εναντίον του Σουλτανάτου του Ρουμ (για την αντικατάσταση του σουλτάνου), το 1258 στην επίθεση κατά της Βαγδάτης, και στην προώθηση στη Συρία και την Αίγυπτο τον Σεπτέμβριο του 1259. Δεν είναι ξεκάθαρο τι συνέβη στον Μπαϊτζού: σύμφωνα με διάφορες πηγές, ο Μπαϊτζού εκτελέστηκε από τον Χιουλεγκιού, λίγο πριν την αναχώρηση του τελευταίου από την Περσία το 1260.

Αναλυτικότερα επειδή ο Σουλτάνος των Σελτζούκων του Ρουμ, Καϋκαούς Β΄  εξεγέρθηκε το 1255 και ήλθε σε μυστικές συνεννοήσεις με τους τουρκόφωνους Μαμελούκους της Αιγύπτου και με τον Βυζαντινό αυτοκράτορα, οι Μογγόλοι πέρασαν από την ανατολική και την κεντρική Ανατολία και νίκησαν τους Σελτζούκους το 1256, (προκαλώντας εκτεταμένη καταστροφή), με την φρουρά τους να στρατοπεδεύει πλέον κοντά στην Άγκυρα. Πρόσθετα το 1257 ξέσπασε εμφύλιος μεταξύ των Σελτζούκων και ο Κιλίτζ Αρσλάν Δ΄, που υπερίσχυσε έδιωξε τον αδελφό του από τις κτήσεις του, παραμένοντας ως μόνος σουλτάνος του Ικονίου, αποκαθιστώντας φαινομενικά την ενότητα της σελτζουκικής επικράτειας. Έτσι η Αυτοκρατορία της Νίκαιας απαλλαγμένη προσωρινά από τους Σελτζούκους, κατόρθωσε το 1261 να ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη από τους Λατίνους. Ωστόσο καθώς οι Μογγόλοι κατέλαβαν περισσότερα εδάφη στη Μικρά Ασία, τουρκικά φύλα μετακινήθηκαν περαιτέρω ως νομάδες, στην Δυτική Ανατολία και εγκαταστάθηκαν αρχικά στα σύνορα Σελτζούκων-Βυζαντινών.

Οι δυνάμεις του Χιουλεγκιού συμπληρώθηκαν από χριστιανούς, περιλαμβανομένου του βασιλιά της Αρμενικής Κιλικίας και του στρατού του, ενός φραγκικού σώματος από το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας και μια Γεωργιανή δύναμη, επιδιώκοντας οι χριστιανοί εκδίκηση εναντίον των μουσουλμάνων Αββασιδών. Περίπου 1.000 Κινέζοι, εμπειρογνώμονες πυροβολικού [ή/και μηχανικοί πολιορκίας], συνόδευαν το στρατό, καθώς και βοηθητικά σώματα Τούρκων (!) και Περσών.  Ο Χιουλεγκιού οδήγησε το στρατό του πρώτα εναντίον των Ισμαηλιτών στο Ιράν, συνθλίβοντας την τελευταία μεγάλη αντίσταση εκεί μέχρι τα τέλη του 1256, νίκησε εχθρικά φύλα και τους Ασσασίνους και κατέλαβε το προπύργιο του Αλάμουτ.

Η Βαγδάτη αλώθηκε το 1258.  Όταν ο Χιουλεγκιού κατέκτησε την πόλη, οι Μογγόλοι κατέστρεψαν κτήρια, έκαψαν ολόκληρες γειτονιές, σκότωσαν άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Ο ίδιος ο Χαλίφης σφαγιάστηκε. Με την παρέμβαση της χριστιανής βασίλισσας Doquz Khatun, (συζύγου του Χιουλεγκιού), οι χριστιανοί κάτοικοι γλίτωσαν. Η Βαγδάτη διατήρησε ακόμη συμβολική σημασία και παρέμεινε μια πλούσια και πολιτισμένη πόλη, αλλά η κατάκτησή της θεωρείται ότι σηματοδοτεί το τέλος της «Ισλαμικής Χρυσής Εποχής», κατά την οποία οι χαλίφηδες είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους από την Ιβηρική Χερσόνησο έως περιοχές του Πακιστάν, και η οποία σημαδεύτηκε επίσης από πολλά πολιτιστικά επιτεύγματα σε διάφορους τομείς. Ο Χιουλεγκιού έστειλε στον Μενγκ-κε μερικές από τις λείες του πολέμου με τα νέα για την κατάκτηση της Βαγδάτης. 

Οι χριστιανοί Γεωργιανοί ήταν οι πρώτοι που έσπασαν τα τείχη, και όπως περιγράφεται από τον ιστορικό Στίβεν Ράνσιμαν [Steven Runciman], «ήταν ιδιαίτερα σκληροί στην καταστροφή τους». Για τους Χριστιανούς, η πτώση της Βαγδάτης ήταν αιτία γιορτής. Ο Χιουλεγκιού και η χριστιανή βασίλισσα θεωρήθηκαν απεσταλμένοι του Θεού ενάντια στους εχθρούς του χριστιανισμού, και συγκρίθηκαν με τον αυτοκράτορα του 4ου αιώνα, τον Μέγα Κωνσταντίνο και τη μητέρα του Αγία Ελένη. Ο Αρμένιος ιστορικός Κυράκος του Γκάντζακ [Kyrakos of Gandzak] επαίνεσε το μογγολικό βασιλικό ζεύγος σε κείμενα για την Αρμενική Εκκλησία και ο Gregory Bar Hebraeus, επίσκοπος της Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τους παρομοίασε επίσης ως «Κωνσταντίνος και Ελένη» και έγραψε για τον Χιουλεγκιού ότι τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον «βασιλιά των βασιλιάδων» στη σοφία, το μυαλό και στις υπέροχες πράξεις. Μετά την Βαγδάτη, οι δυνάμεις της Μογγολίας ενώθηκαν μ΄ εκείνες των χριστιανικών υποτελών τους στην περιοχή, περιλαμβανομένου του στρατού του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας υπό τον βασιλιά της Χέθουμ Α΄ και των Φράγκων της Αντιόχειας, υπό τον Βοημόνδο ΣΤ΄ [Bohemond VI]. Αυτό το στράτευμα εισέβαλε στη μουσουλμανική Συρία, (περιοχή της δυναστείας των Αγγιουμπιδών). Κατέλαβαν το Χαλέπι με πολιορκία και, υπό τον χριστιανό στρατηγό Κιτμπούκα [Kitbuqa], άλωσαν την Δαμασκό την 1η Μαρτίου 1260. Οι τρεις χριστιανοί ηγέτες, (Χέθουμ, Βοημούνδος, Κιτμπούκα) περιγράφεται να εισέρχονται στην Δαμασκό θριαμβευτικά, ενώ υπήρξαν γιορτασμοί από τους χριστιανούς κατοίκους.

Εικόνα 1: Ο Χιουλεγκιού και η βασίλισσα Doquz Khatun απεικονίζονται ως οι νέοι Άγιοι «Κωνσταντίνος και Ελένη», σε μια Συριακή Βίβλο

Πηγή: wikipedia

Η εισβολή κατέστρεψε τους Αγγιουμπίδες, δυναστεία η οποία μέχρι τότε ήταν ισχυρή και είχε κυριαρχήσει σε μεγάλα μέρη του Λεβάντε [Levant], της Αιγύπτου και της Αραβικής Χερσονήσου. Ο τελευταίος σουλτάνος τους ο Αν-Νάσιρ Γιουσούφ [An-Nasir Yusuf], σκοτώθηκε από τον Χιουλεγκιού την ίδια χρονιά. Με την Βαγδάτη να καταστρέφεται και την εξασθενημένη πλέον Δαμασκό, το κέντρο της ισλαμικής δύναμης μετατοπίστηκε στο Κάιρο, την πρωτεύουσα των Μαμελούκων. Με την καταστροφή των δυναστειών των Αββασιδών και Αγγιουμπιδών, η Εγγύς Ανατολή, όπως περιγράφεται από τον ιστορικό Steven Runciman, “δεν θα κυριαρχούσε ποτέ ξανά στον πολιτισμό”.

Ο Χιουλεγκιού σκόπευε να επιτεθεί νότια, μέσω της Παλαιστίνης προς την Αίγυπτο. Με μια απειλητική επιστολή στον Μαμελούκο σουλτάνο Κουτούζ [Qutuz] στο Κάιρο, του ζήτησε να του παραδώσει την πόλη, αλλιώς θα καταστρεφόταν όπως η Βαγδάτη. Ωστόσο επειδή τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές στη Συρία ήταν σε ανεπάρκεια, ο Χιουλεγκιού απέσυρε την κύρια δύναμη στο Ιράν κοντά στο Αζερμπαϊτζάν, αφήνοντας  δύο τμήματα (20.000 άνδρες) υπό τον Κιτμπούκα. Στη συνέχεια, ο Χιουλεγκιού αναχώρησε για τη Μογγολία για τη σύγκρουση διαδοχής, που είχε προκληθεί από τον θάνατο του Μεγάλου Χαν Μενγκ-κε το 1259.

Ωστόσο όταν πληροφορήθηκε ο Κουτούζ το μέγεθος της δύναμης των Μογγόλων στην περιοχή, συγκέντρωσε γρήγορα στρατό και εισέβαλε στην Παλαιστίνη, συμμαχώντας μ΄ έναν Μαμελούκο διοικητή τον Μπαϊμπάρς, ο οποίος ήταν πρόθυμος να εκδικηθεί για το Ισλάμ τη μογγολική κατάληψη της Δαμασκού, τη λεηλασία της Βαγδάτης και την κατάκτηση της Συρίας. Όταν έφτασαν οι ειδήσεις ότι οι Μογγόλοι υπό τον Κιτμπούκα διέσχισαν τον ποταμό Ιορδάνη το 1260, ο σουλτάνος Κουτούζ και οι δυνάμεις του, κυρίως Μαμελούκοι τουρκικής καταγωγής, προχώρησαν νοτιοανατολικά προς την «Άνοιξη του Γολιάθ», (γνωστή στα Αραβικά ως Αΐν-Τζαλούτ – «Ain Jalut») – κοντά στη Ναζαρέτ. Ο διοικητής των Μαμελούκων Μπαϊμπάρς και ο Κουτούζ είχαν κρύψει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών τους στους λόφους – ως ενέδρα για το μογγολικό στράτευμα. Ο Κιτμπούκα αποφάσισε να προελάσει, καταδιώκοντας τους εχθρούς που βάσει τακτικής, υποχωρούσαν. Όταν οι Μογγόλοι έφτασαν στους λόφους βρέθηκαν περιτριγυρισμένοι από εχθρικές δυνάμεις και τα κρυμμένα στρατεύματα τους επιτέθηκαν από τις πλευρές και ο Κουτούζ στην οπισθοφυλακή τους. Όταν η μάχη τελείωσε, ο αιγυπτιακός στρατός είχε επιτύχει αυτό που δεν είχε γίνει ποτέ πριν, νικώντας και εκμηδενίζοντας μία μογγολική στρατιά, και μάλιστα σε στενά. Η μάχη αυτή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1260 αποτέλεσε μία συντριπτική νίκη κατά των «απίστων» Μογγόλων, (ανακόπτοντας τη μογγολική προέλαση και διαψεύδοντας το μύθο για το αήττητο). Τα υπολείμματα της μογγολικής στρατιάς υποχώρησαν στην Αρμενική Κιλικία, φιλοξενούμενα από τον  βασιλιά της Χέθουμ Α΄.

Οι Μογγόλοι προσπάθησαν να σχηματίσουν μία συμμαχία Φράγκων-Μογγόλων με το εναπομείναν σταυροφορικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ, το κέντρο εξουσίας του οποίου βρισκόταν πλέον στην παράκτια πόλη Άκρα, αλλά ο Πάπας Αλέξανδρος IV είχε αντιρρήσεις. Παρά τη συνεργασία μεταξύ των Μογγόλων και των χριστιανών στην Αντιόχεια, άλλοι Χριστιανοί στο Λεβάντε ανησύχησαν με την προσέγγιση των Μογγόλων. Το 1255, ο Πάπας Αλέξανδρος Δ΄ (1254-1261) έχρισε τον Jacques Pantaléon ως Λατίνο Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ο οποίος θεώρησε τους Μογγόλους (μάλλον εσφαλμένα), ως κύρια απειλή και προειδοποίησε εγγράφως τον Πάπα, το 1256. Αυτό έχει τη σημασία του, καθώς ο ίδιος εξελέγη νέος Πάπας με το όνομα Ουρβανός Δ΄, (1261-1264), αλλά οι Μογγόλοι το 1258 είχαν καταστρέψει την Βαγδάτη. Οι Φράγκοι απέστειλαν έναν  Δομινικανό μοναχό στον Χιουλεγκιού το 1260 –  ο οποίος παρέμεινε στην Αυλή των Μογγόλων έως το 1274! Οι εντάσεις και η δυσπιστία μεταξύ Φράγκων και Μογγόλων αυξήθηκαν, όταν σ΄ ένα επεισόδιο σκοτώθηκε ένας συγγενής (ανεψιός ή εγγονός) του Κιτμπούκα. Θυμωμένος, ο τελευταίος πολιόρκησε και εισέβαλε στην πόλη της Σιδώνας. Οι Λατίνοι της Άκρας έχοντας επαφές με τους Μογγόλους, είχαν επίσης προσεγγιστεί από τους Μαμελούκους, οι οποίοι τους ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια εναντίον τους. Αν και οι μουσουλμάνοι Μαμελούκοι ήταν παραδοσιακοί εχθροί των Φράγκων, οι τελευταίοι θεώρησαν τους Μογγόλους ως την πιο άμεση απειλή. Αντί να λάβουν θέση, οι Σταυροφόροι επέλεξαν μια θέση παθητικής ουδετερότητας μεταξύ των δύο: σε μια ασυνήθιστη κίνηση, επέτρεψαν στους Μαμελούκους να βαδίσουν βόρεια χωρίς εμπόδια μέσω του εδάφους τους, και μάλιστα τους άφησαν να στρατοπεδεύσουν κοντά στην Άκρα για ανεφοδιασμό, έναντι μιας συμφωνίας που επέτρεπε στους Φράγκους την αγορά μογγολικών αλόγων σε χαμηλή τιμή. 

Ωστόσο στην δεκαετία του 1260, φέρεται να μεταβλήθηκε η ευρωπαϊκή αντίληψη για τους Μογγόλους, και θεωρήθηκαν ως πιθανοί σύμμαχοι κατά των μουσουλμάνων. Αν και μόλις το 1259, ο Πάπας Αλέξανδρος Δ΄ ενθάρρυνε μια νέα σταυροφορία εναντίον τους και είχε απογοητευτεί όταν πληροφορήθηκε ότι οι μονάρχες της Αντιόχειας και της Αρμενικής Κιλικίας είχαν υποταχθεί στην  κυριαρχία τους. Ο Πάπας ωστόσο πέθανε το 1261 λίγους μήνες πριν από τη σύγκληση του Συμβουλίου και πριν ξεκινήσει η σταυροφορία και το έργο ανέλαβε ο νέος Πάπας Ουρβανός Δ΄, γνώστης των τεκταινομένων στην περιοχή. Όμως οι ιστορικοί αμφισβητούν το ακριβές νόημα των ενεργειών του: ο Peter Jackson, υποστηρίζει ότι θεωρούσε τους Μογγόλους ως εχθρούς, με την αλλαγή να επέρχεται με τον επόμενο Πάπα Κλήμη Δ΄ (1265–1268). Ο Jean Richard υποστηρίζει ότι ο Ουρβανός σηματοδότησε μια καμπή στις σχέσεις Ιλ-Χανάτου & Ευρώπης ήδη από το 1263, μετά την οποία οι Μογγόλοι θεωρούνταν σύμμαχοι. Ο Richard ισχυρίζεται ότι ο σχηματισμός συνασπισμού μεταξύ Φράγκων, Μογγόλων του Ιλ-Χανάτου και των Βυζαντινών, έγινε όταν οι Μογγόλοι της Χρυσής Ορδής συμμάχησαν με τους Μαμελούκους, (διάσπαση των Μογγόλων). Ωστόσο, η κυρίαρχη άποψη των ιστορικών είναι ότι αν και υπήρξαν πολλές απόπειρες σχηματισμού συμμαχίας Φράγκων-Μογγόλων, οι προσπάθειες αποδείχθηκαν ανεπιτυχείς.

Χάρτης 4: Βυζαντινή Αυτοκρατορία & Φραγκικά κράτη στην Ελλάδα το 1265

Πηγή: Map from William R. Shepherd’s Historical Atlas (1911), wikimedia

Αφού αποκαταστάθηκε η διαδοχή και ο Κουμπλάι Χαν [Kublai Khan] αναδείχθηκε ως Μεγάλος Χαν, ο Χιουλεγκιού το 1262 επέστρεψε στα εδάφη του. Όμως ο θάνατος του Μενγκ-κε (1259) είχε θέσει τέλος στην βραχύβια ενότητα της μογγολικής αυτοκρατορίας και διαμορφώθηκαν τέσσερα ανεξάρτητα πλέον Χανάτα: Αυτοκρατορία του Μεγάλου Χαν (Κίνα), της Χρυσής Ορδής (Ρωσσία, έως το 1502), του Τσαγκατάι (Chagatai Khanate, σημερινό Ουζμπεκιστάν & Κεντρική Ασία έως το 1680), της Περσίας (Ιλ-Χανάτο, έως το 1335). Οι αρχικές οικογενειακές διαμάχες κατέληξαν σε εμφύλιες συγκρούσεις σε μεγαλύτερη έκταση. Ο Κουμπλάι Χαν ήταν ο πρώτος Μεγάλος Χαν που επιβλήθηκε με στρατιωτική ρήξη, όμως κατέληξε να αφοσιωθεί πεισματικά στον πόλεμο με την Κίνα των Σουγκ που κράτησε έως το 1279 και στις ατυχείς του απόπειρες να καταλάβει την Ιαπωνία.

Συμπερασματικά, η έλευση των Μογγόλων στο προσκήνιο της Ιστορίας, ανέτρεψε τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολή που εξετάζουμε: ανέκοψε αρχικά την επέκταση του Ισλάμ, διέλυσε το Κράτος των Μεγάλων Σελτζούκων, εμπόδισε και περιόρισε την δύναμη των Σελτζούκων του Ρουμ/Ικονίου, συνέδραμε ακούσια στην επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς της Νίκαιας και προστάτευσε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.

Το Βυζάντιο αλλά και η Δύση δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν τα κοινά τους  συμφέροντα με το μογγολικό χανάτο του Ιράν, για να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά, τους Τουρκομάνους στη Μικρά Ασία – Ανατολία και τους Μαμελούκους στην Αίγυπτο και στην Εγγύς Ανατολή/Λεβάντε.    

Ο Ιωάννης Βιδάκης είναι Δρ. Τμήματος Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, Σχολής Επιστημών της Διοίκησης, Πανεπιστημίου Αιγαίου (Χίος), MA, MSc., Αρχιπλοίαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.και ο Δημήτριος Γεωργαντάς ΜΑ, Msc., Υποναύαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.