Γαλάζια & Γαλανή Πατρίδα των Τούρκων [Β΄ΜΕΡΟΣ]

 

Μετά το Α΄ Μέρος του άρθρου Γαλάζια & Γαλανή Πατρίδα των Τούρκων, δημοσιεύουμε σήμερα το Β’ Μέρος

Ιωάννης Βιδάκης & Δημήτριος Γεωργαντάς

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι συγγραφείς εξετάζουν συνοπτικά σε μία σειρά άρθρων, την περιοχή της Κεντρικής Ασίας, Μέσης Ανατολής και Μικράς Ασίας – Ανατολίας. Τα συμπεράσματα είναι σπουδαία: πιστοποιείται η συνθετότητα και πολυπλοκότητα των γεγονότων στον εξεταζόμενο χώρο. Παρατηρείται η σημαντική συσχέτιση των πολιτικών παραγόντων, των προσωπικών ζητημάτων, της θρησκείας και των στοιχείων του πολιτιστικού τομέα. Επεξηγείται η σημασία του χώρου της Κεντρικής Ασίας, ως τόπου διέλευσης «βαρβαρικών» φυλών, η διασπορά τουρκικών φυλών στην περιοχή καθώς και η ύστερη ανάκτηση της δύναμης των Βυζαντινών. Διαπιστώνεται ο παρεξηγημένος μάλλον ρόλος των Μογγόλων στις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, οι αρχικές τους δράσεις εναντίον του μουσουλμανισμού, η ανακοπή της επέκτασης των Σελτζούκων και στη συνέχεια των Οθωμανών. Τα κείμενα επιχειρούν να διερευνήσουν συγκεκριμένα στερεότυπα και μπορούν να συνδράμουν τον αναγνώστη στην κατανόηση του μωσαϊκού της περιοχής στη σύγχρονη περίοδο.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Στο Α΄ Μέρος εξετάστηκε συνοπτικά ο ρόλος των Ελλήνων στην Κεντρική Ασία και στη συνέχεια ο ρόλος νομάδων – εισβολέων, Ιρανών και Τουρκογενών φυλών.

Ο ρόλος των Ελλήνων και των Ιρανών στην εν λόγω περιοχή μαρτυρείται ως ανώτερος πολιτισμικά, ενώ των εισβολέων – νομαδικών φύλων περιγράφεται περισσότερο αν όχι ως καταστροφικός, τουλάχιστον ως στάσιμος.  

Η συγκεκριμένη περιφέρεια της Κεντρικής Ασίας, [η οποία ορίζεται νότια της λίμνης Αράλης, και ανάμεσα στους ποταμούς Σιρ-Ντάρια (Ιαξάρτη) και Αμού-Ντάρια (Ώξος), αποτελούμενη από τις εδαφικές ενότητες, γνωστές ως Ωξιανή, Υπερωξιανή, (πέρα από τον Ώξο), Transoxania/Transoxiana, Σογδιανή],  αποτελούσε «πέρασμα» -δίοδο από την ανατολή, και συνεπώς σύνορο προστασίας των εσωτερικών περιοχών. Από την περίοδο των αρχαίων Περσών, του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του ελληνικού/ελληνιστικού βασιλείου, υπήρξε επιτυχημένη ανάσχεση των ορδών των νομάδων, προστατεύοντας την Δύση και παρέχοντας ασφάλεια από νομαδικές εισβολές. Μετά από περίπου 400 έτη Μηδο-Περσικής κυριαρχίας και άλλα 200 ελληνικής εξουσίας, νομάδες από την ανατολή κατάφεραν να εισχωρήσουν στην περιοχή και να διαλύσουν κάθε μορφή πολιτισμικής δημιουργίας. Παρά τις προσωρινές αναλαμπές, Ιρανών και στη συνέχεια Αράβων, το μοτίβο φέρεται να επαναλήφθηκε πολλές φορές. Τελικά οι Άραβες δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την καταστροφική εισβολή άλλων νομάδων, μεταξύ των οποίων και τουρκογενών φυλών.  

Μετά την παρακμή του τουρκικού χανάτου, η Κεντρική Ασία γνώρισε περίπου έναν αιώνα ανεξαρτησίας, πριν από την έναρξη των αραβικών εισβολών. Στην περιοχή γνωστή ως Transoxiana [ή Mawaraunnahr, σύγχρονο Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, νότιο Κιργιστάν και νοτιοδυτικό Καζακστάν], η πολιτική και οικονομική εξουσία βρισκόταν στα χέρια ενός δικτύου πόλεων-κρατών. Στην Βακτρία, (μεταξύ της οροσειράς του Hindu Kush και του ποταμού Αμού-Ντάρια, περιοχή που εκτείνεται στο σύγχρονο Αφγανιστάν, Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν), οι Εφθαλίτες, μια ομάδα νομαδικής προέλευσης, κατείχε τον εδαφικό έλεγχο. Στην Χορεσμία [Khoresm, Khwarazm ή Chorasmia], περιοχή γύρω από την θάλασσα της Αράλης, αναπτύχθηκε ιρανικός πολιτισμός.

Αν και οι περισσότερες από αυτές τις πολιτικές ηγεσίες καθοδηγούνταν από ιρανικές δυναστείες και κυριαρχούσαν κυρίως σε ιρανικούς πληθυσμούς, οι τουρκικές ομάδες ήταν παρούσες στην περιοχή, ειδικά στις βόρειες περιοχές. Πέρα από τις περιοχές στέπας, οι φυλές Karluk, Kimek, Kïpchak και Ογούζων πιστεύεται ότι διείσδυσαν στις περιοχές Χορεσμία και Φεργκάνα [Ferghana], κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου.

ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ  

Αραβικοί στρατοί διέσχισαν για πρώτη φορά τον Αμού-Ντάρια το 653-654, κατά την διάρκεια του χαλιφάτου του Uthman ibn Affan (644-656 μ.Χ.), αλλά μόλις το 674 κατόρθωσαν να σημειώσουν σημαντική πρόοδο στην Κεντρική Ασία, με την ήττα των δυνάμεων του σογδιανού ηγεμόνα της Μπουχάρα, Μπουχάρ Κουντάτ [Bukhār Khudāt]. Η πρώιμη αντίσταση κράτησε την αραβική πρόοδο υπό έλεγχο, αλλά το 715, ο στρατηγός Qutayba b. Muslim al-Bahili, κυβερνήτης του Χορασάν κατέκτησε μεγάλες πόλεις όπως τη Μπουχάρα, τη  Σαμαρκάνδη και την Paykand. Η αρχική αντίσταση στην Κεντρική Ασία καθοδηγήθηκε από πρίγκιπες της Σογδιανής. Οι πρίγκιπες επιχείρησαν να λάβουν την βοήθεια Κινέζων, οι οποίοι αρνήθηκαν και των ανατολικών Τούρκων, οι οποίοι τους υποστήριξαν, αλλά τελικά ηττήθηκαν. Για μεγάλο μέρος του πρώτου μισού του 8ου αιώνα, οι περιοχές της Κεντρικής Ασίας συνέχισαν να ανταλλάσσονται μεταξύ τοπικών ηγετών και αραβικών στρατευμάτων. Όταν οι Άραβες κατάφεραν να αποκτήσουν τον έλεγχο των πόλεων, οι κυβερνήτες του χαλιφάτου συμμετείχαν σε εκστρατείες για την επέκταση του Ισλάμ στην περιοχή, με κατασκευές τζαμιών και ανάλογη θεσμική θεμελίωση.

Χάρτης 1: Οι Άραβες στην Κεντρική Ασία – (πρώτο μισό του 8ου αιώνα )

Το 728, οι δυτικοί Τούρκοι πίεσαν τους Άραβες από την Κεντρική Ασία, αλλά το 748, ο Nasr b. Sayyār al-Kinān, κυβερνήτης του Χορασάν, αποκατέστησε την ευρεία αραβική επιρροή στην περιοχή, από το Χορασάν έως την Φεργκάνα. Ένα σημαντικό μέρος της εκστρατείας του ήταν να αφαιρέσει το jizya (φόρος) από μη-Άραβες που είχαν μεταστραφεί στο Ισλάμ. Μέχρι τα μέσα του 8ου αιώνα, η πολιτική και η οικονομία της Κεντρικής Ασίας είχαν διασυνδεθεί με αυτές του χαλιφάτου. Αυτή η κατάσταση άφησε την Κεντρική Ασία με σημαντικό ρόλο μετά την διάσπαση της μουσουλμανικής κοινότητας σε σουνίτες, σιίτες και άλλα δόγματα, κατά την διάρκεια του χαλιφάτου των Ομεϋαδών [Umayyad] και της ανόδου της δυναστείας των Αββασιδών. Πολλές φιλο-Αββασιδικές φατρίες βρήκαν στήριξη στην Κεντρική Ασία. Οι Χαριζίτες [Kharijites] συγκέντρωσαν μια ισχυρή ομάδα σε μια προσέγγιση ισότητας για όλους τους μουσουλμάνους υπηκόους, ανεξάρτητα από φυλή και θρησκευτικές πεποιθήσεις. Μέχρι το 750, οι Αββασίδες είχαν αναλάβει τον έλεγχο του χαλιφάτου. Η άνοδος των Αββασιδών δεν επέλυσε τις αραβικές συγκρούσεις με Ιρανούς και Τουρκογενείς της Κεντρικής Ασίας. Ενώ η Μπουχάρα παρέμεινε αραβικό προπύργιο και τοπικοί ηγέτες στην περιοχή του Ιράν συμμάχησαν με τους Αββασίδες, δυναστείες στη Σογδιανή, υποστηριζόμενες από κινεζικές δυνάμεις, χρησιμοποίησαν τον θρησκευτικό και πολιτικό διαχωρισμό ως ευκαιρία για να αντισταθούν στην κυριαρχία των Αββασιδών. 

Οι Αββασίδες διατήρησαν την επικράτειά τους στην Κεντρική Ασία μέχρι τα μέσα του 9ου αιώνα. Η ελάττωση αυτού του ελέγχου οφείλεται εν μέρει στις φιλοδοξίες των Τούρκων σκλάβων – στρατιωτών στο Ιράκ και τη Συρία. Η χρήση αυτών, αποτελούσε μια προσπάθεια του χαλιφάτου να υπονομεύσει την ανεξαρτησία ηγετών και να ασκεί άμεσο έλεγχο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου οι τουρκικές φράξιες υποκίνησαν αναταραχές και ανέλαβαν θέσεις επιρροής και τελικά υπονόμευσαν την δύναμη του χαλιφάτου, που έπρεπε να υπηρετήσουν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία του χαλιφάτου να ελέγξει πιο μακρινές περιοχές, και στα μέσα του 9ου αιώνα, το χαλιφάτο λειτούργησε περισσότερο ως ιδεολογική δύναμη παρά εδαφική. Στη συνέχεια, η Κεντρική Ασία γνώρισε την άνοδο των ανεξάρτητων πόλεων, που δεν ευθυγραμμίζονταν άμεσα με θρησκευτικές φατρίες.

Μία από τις πρώτες από αυτές τις πολιτείες εμφανίστηκε υπό την αιγίδα του Χαλιφάτου των Αββασιδών. Ο Σαμάν-Κουντά [Sāmān-Khudā], ο ιδρυτής και κυβερνήτης της πολιτείας Σαμάν [Saman], με εδάφη στις περιοχές Σαμαρκάνδη, Balkh, και Termez,  μεταστράφηκε στο Ισλάμ, υπό την αιγίδα του κυβερνήτη του Χορασάν, Asad ibn Abdallah ibn al-Qasrī (725–7, 735–8). Το διάστημα 805-810, οι εγγονοί του Σαμάν-Κουντά βοήθησαν τον χαλίφη των Αββασιδών, al-Ma’mūn στην καταστολή τοπικών εξεγέρσεων για φορολογικούς λόγους. Ο Χαλίφης με τη σειρά του, τους απέδωσε τον έλεγχο σε πολλές σημαντικές και πλούσιες επαρχίες της Κεντρικής Ασίας: Σαμαρκάνδη, Φεργκάνα, Chach, Usrushana, Herat. Αν και θεσμικά υποκείμενα των Ταχιρίδων [Tahirids][3], οι Σαμανίδες [Samanid] άσκησαν αυτόνομο έλεγχο στις περιφέρειες: αυτό φαίνεται από νομίσματα που εξέδωσαν στα ονόματά τους και από στρατιωτικές εκστρατείες που ανέλαβαν. Η αύξηση της δύναμής τους έλαβε χώρα καθώς αυτές οι πρώην ανεξάρτητες επαρχίες ενοποιήθηκαν. Στην διάρκεια του δεύτερου μισού του 9ου αιώνα και στον 10ο αιώνα, η πολιτεία ενσωμάτωσε σταδιακά περισσότερα εδάφη στις περιοχές Khurasan, Sistan, Tukharistan, Kabulistan, καθώς και στη λεκάνη του Σιρ-Ντάρια. Τελικά επεκτάθηκε ακόμη πιο νότια προς τον Περσικό Κόλπο.

Επικεφαλής της πολιτείας των Σαμανιδών ήταν ο «amir», ο οποίος με τη σειρά του διόριζε κυβερνήτες σε κάθε επαρχία. Η κυβέρνηση περιλάμβανε επίσης πολιτικά και στρατιωτικά γραφεία για την εποπτεία των διοικητικών, πολιτικών και οικονομικών θεσμών. Τα αρχεία αποκαλύπτουν ότι κύριο μέρος του πολιτειακού προϋπολογισμού ξοδευόταν για την διατήρηση στρατιωτικών και κρατικών αξιωματούχων. Οι Σαμανίδες κυβερνήτες δεσμεύτηκαν για την υπηρεσία τους προς το Χαλιφάτο των Αββασιδών, αλλά στην πραγματικότητα η πολιτεία λειτούργησε με μικρή επιρροή από το χαλιφάτο. Παρά τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του νομισματικού συστήματος και του στρατού των Σαμανιδών οι περισσότερες περιφερειακές περιοχές έτειναν να διατηρούν μερικές φορές σημαντική αυτονομία. Αυτό συνέβαλε στη συνέχιση της μη-ισλαμικής θρησκευτικής πρακτικής σε περιοχές όπως στον άνω Αμού-Ντάρια. Η κοινωνική τάξη υπό τους Σαμανίδες διαχωριζόταν σε μεγάλο βαθμό από την ιδιοκτησία γης. Μέλη της δυναστείας, σημαντικοί γαιοκτήμονες και θρησκευτικοί ηγέτες ήταν στην κορυφή της ιεραρχίας. Η θέση αυτή τους εξαιρούσε από την φορολογία, ενώ οι μικρότεροι γαιοκτήμονες και οι αγρότες έπρεπε να καταβάλουν τους κρατικούς φόρους.

Οι Σαμανίδες γνώρισαν μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας, οικονομικής ευημερίας και πολιτιστικής εξέλιξης κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 9ου αιώνα και το πρώτο μισό του 10ου αιώνα. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, οι Σαμανίδες προστάτευσαν με επιτυχία μεγάλο μέρος του πυρήνα της Κεντρικής Ασίας από εξωτερικές επιδρομές. Υπό τους Σαμανίδες, δηλαδή στα τέλη του 9ου και του 10ου αιώνα, υπήρχε μια περίοδος επέκτασης και εξέλιξης για τις πόλεις των Χορασάν και Σογδιανής: Nishapur, Merv, Balkh, Μπουχάρα,  Σαμαρκάνδη, Khujand, Bunjikat, Hulbuk, γύρω από τις οποίες συγκεντρώθηκε η πολιτιστική, κοινωνική και οικονομική ζωή. Αυτή η ειρήνη συνέπεσε με μεγάλη παραγωγικότητα στους τομείς της λογοτεχνίας, τέχνης και επιστήμης. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της εξέλιξης επικεντρώθηκε στην περσική γλώσσα, την ταυτότητα και την ιστορία. Η λογοτεχνία επιδίωξε όχι μόνο να αναδείξει τα επιτεύγματα της δυναστείας των Σαμανιδών, αλλά και να αναστήσει τους αρχαίους ιρανικούς θρύλους και ήρωες. Μερικές από αυτές τις εργασίες στηρίχθηκαν στις βαθιές ρίζες των Saka [Σάκαι, Σακαστάν] και Σογδιανών, ειδικά στις πολύ γνωστές ιστορίες του ήρωα Rustam, οι οποίες υφάνθηκαν στο διάσημο έπος, το Shahnameh.

Ισλαμικές υποτροφίες ήταν ένας άλλος θεσμός που υποστηριζόταν σε μεγάλο βαθμό από τους Σαμανίδες: δύο από τους έξι σουνίτες μελετητές ήταν ιθαγενείς της Κεντρικής Ασίας [Muhammad ibn Ismail al-Bukhari (810–870) και Abu ‘Isa Muhammad al-Tirmidhi (825–892)]. Σύμφωνα με ιστορικούς, αυτή η προστασία δημιούργησε ένταση μεταξύ των Σαμανιδών και των Τούρκων στρατιωτών στην υπηρεσία τους. Στον 9ο και 10ο αιώνα, το σουνιτικό Ισλάμ καθιερώθηκε ως η κυρίαρχη θρησκεία σε μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ασίας. Οι άλλες αιρέσεις του Ισλάμ υποχώρησαν ως επί το πλείστον σε δημοτικότητα, αν και ο Ισμαηλαϊσμός [Ismailism] κέρδισε μια σύντομη βάση. Η ισχυρή σουνιτική θρησκευτική τάξη, ωστόσο, κατέστειλε αυτά τα στοιχεία. Άλλες θρησκείες που συνέχισαν να ασκούνται εντός της πολιτείας των Σαμανιδών ήταν ο Χριστιανισμός, ο Ζωροαστρισμός και ο Μανιχαϊσμός.

Η οικονομία της πολιτείας των Σαμανιδών βασίστηκε στην γεωργία και στα ορυχεία. Σε όλες σχεδόν τις 18 επαρχίες, εξορύσσονταν ορυκτά ή μέταλλα Η κλωστοϋφαντουργία ήταν επίσης σημαντική. Οικισμοί κοντά σε πολλές από τις μεγάλες πόλεις παρήγαγαν βαμβακερά υφάσματα, ενώ μάλλινα υφάσματα και δερμάτινα ενδύματα, έτειναν να παράγονται κοντά σε νομαδικές περιοχές. Άλλα χειροτεχνήματα και αγαθά παράγονταν και εμπορεύονταν ευρέως: χαρτί, γυαλί, πανοπλίες, όπλα. Μεταλλικά προϊόντα παράγονταν ειδικά στις περιοχές Φεργκάνα και Ουσρουσάνα [Ustrushana]. Αυτή η περιφερειακή διαμόρφωση της οικονομίας των Σαμανιδών είχε ως αποτέλεσμα πόλεις που ειδικεύονταν στην παραγωγή ή στο εμπόριο ορισμένων προϊόντων. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της οικονομίας τους ήταν η επέκταση των αστικών κέντρων. Τα μεγάλα αστικά κέντρα ήταν από καιρό σημαντικά για την πολιτική και οικονομική  ισχύ της περιοχής, ειδικά στις οάσεις της Βακτρίας και της Σογδιανής. Υπό τους Σαμανίδες, αυτά τα κέντρα όχι μόνο αύξησαν την εσωτερική τους επιρροή και παραγωγή, αλλά επίσης προώθησαν την ανταλλαγή μεταξύ αγροτικών και αστικών περιφερειών.

Χάρτης 2: Οι Σαμανίδες στην Κεντρική Ασία, 943 μ.Χ.

Η εξειδίκευση των περιοχών διευκολύνθηκε από την κίνηση των καραβανιών που επέτρεπαν τη μεταφορά εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις εντός της επικράτειας των Σαμανιδών και πέραν αυτής, κατά μήκος των διαδρομών για το μετάξι. Ενώ ένα σημαντικό μέρος του εμπορίου πιθανότατα συνέβαινε σε μικρή κλίμακα, οι έμποροι της Κεντρικής Ασίας έφθαναν μέχρι την Κίνα, την Ινδία, την Ανατολική Ευρώπη και την Ρωσία. Η έκταση αυτών των διαδρομών μαρτυρείται από έγγραφα γεωγράφων και ιστορικών όπως ο Al-Maqdisī, οι οποίοι είδαν καραβάνια να ταξιδεύουν από τη Σογδιανή και το Χορασάν, στο Θιβέτ και την Κίνα. Η επαφή με την Ανατολική Ευρώπη περιγράφηκε από τον Ibn-Fadlan το 921 και επιβεβαιώθηκε από αρχαιολογικές ανακαλύψεις νομισμάτων Σαμανιδών. Μεγάλο μέρος του προηγούμενου εμπορίου σ΄ αυτές τις διαδρομές αφορούσε είδη πολυτελείας, (μετάξι, πολύτιμοι λίθοι, κ.λπ.). Ωστόσο, μέχρι τον 9ο και τον 10ο αιώνα, αυτές οι διαδρομές χρησίμευαν ως ζωτικές γραμμές για τις πόλεις, παρέχοντας τα πάντα, από τρόφιμα και όπλα, έως κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.  Η κυκλοφορία μεγάλων ομάδων ανθρώπων, οφείλονταν επίσης στα καραβάνια. Εκτός από τους οδηγούς και τους εμπόρους, τα καραβάνια συνήθως συνοδεύονταν από φρουρούς. Καλλιτέχνες, μελετητές, απεσταλμένοι, εκπρόσωποι  και άλλοι άνθρωποι που μετακινούνταν μεταξύ τοποθεσιών ήταν συχνά κοινό αυτών των καραβανιών. Σημειώνεται ότι μία από τις μεγαλύτερες εξαγωγές της Κεντρικής Ασίας ήταν οι σκλάβοι, συμπεριλαμβανομένων Τούρκων σκλάβων σε ιρανικές και αραβικές περιοχές, μέχρι την Αίγυπτο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα καραβάνια φιλοξενούσαν έως και 5000 άτομα.

Μέχρι την παρακμή τους στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, οι Σαμανίδες διατήρησαν σταθερό έλεγχο στα εδάφη τους. Οι Άραβες γεωγράφοι, όπως οι Ibn Hawqal και al-Maqdisī, σημείωσαν την ακμάζουσα κατάσταση της επικράτειας των Σαμανιδών στο απόγειο της εξουσίας τους. Στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, η επιτυχία της πολιτείας των Σαμανιδών ανεστάλη από εξωτερική πίεση από τα βορειοανατολικά από τους Καραχανίδες και από τα νοτιοανατολικά από τους Γαζνεβίδες. Η εσωτερική πίεση από τους δυσαρεστημένους πληθυσμούς και τις διαμάχες στην κυβέρνηση συνέβαλε επίσης στην αποδυνάμωση της στρατιωτικής και οικονομικής δύναμης των Σαμανιδών.

ΟΙ ΓΑΖΝΕΒΙΔΕΣ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ  

Η άνοδος των Γαζνεβίδων (977-1186 μ.Χ.), διευκολύνθηκε εν μέρει από τις αδυναμίες της πολιτείας των Σαμανιδών. Οι ιδρυτές Γαζνεβίδες ήταν Τούρκοι στρατηγοί στην υπηρεσία των Σαμανιδών. Μέχρι τα μέσα του 10ου αιώνα, πολλές ομάδες τούρκων στρατηγών είχαν αποκτήσει μεγάλη επιρροή, όχι μόνο στο στρατό, αλλά και στον χώρο της πολιτικής. Μία από αυτές τις ομάδες, με επικεφαλής τον στρατηγό Alptegin, προσπάθησε να αναδείξει στην εξουσία στη Μπουχάρα έναν ηγέτη της επιλογής τους μετά το θάνατο του Abd al-Malik το 961. Απέτυχαν και ως αποτέλεσμα ο Alptegin στάλθηκε στα όρια της επικράτειας των Σαμανιδών, στην περιοχή του σύγχρονου ανατολικού Αφγανιστάν, σε μια πόλη γνωστή ως Ghazna. Ενώ αυτή θεσμικά εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό την αιγίδα των Σαμανιδών – όπως φαίνεται στα πρώτα νομίσματα των Γαζνεβίδων – οι Τούρκοι στρατηγοί μπόρεσαν να εγκαταστήσουν έναν ανεξάρτητο έλεγχο στην περιοχή. Υπό την θητεία του πρώην σκλάβου του Alptegin, Sebüktegin (977-997), οι Γαζνεβίδες συνέχισαν να κινούνται προς την αυτονομία. Ένα από τα πολλά σημαντικά στοιχεία αυτής της αυτονομίας ήταν η δημιουργία περιοχών γεωργικών εσόδων που θα υποστήριζαν τις στρατιωτικές προσπάθειες των Γαζνεβίδων. Ο στρατός τους αναπτύχθηκε για την προστασία του θύλακα τουρκικού ελέγχου από τους γειτονικούς Ινδούς και τις ιρανικές δυνάμεις και για να ικανοποιήσουν την ανάγκη των στρατιωτών τους για κατοχή και εισόδημα.

Καθώς οι Γαζνεβίδες κέρδισαν έδαφος και δύναμη, οι Σαμανίδες βασίζονταν όλο και περισσότερο σε αυτούς για στρατιωτική βοήθεια, για να κρατήσουν τις εισβολές από τους Καραχανίδες, οι οποίοι το 992 κατέλαβαν για λίγο τη Μπουχάρα, την καρδιά της πολιτείας των Σαμανιδών. Οι Γαζνεβίδες στο τέλος διαπραγματεύτηκαν με τους Καραχανίδες, για να σταματήσουν την προέλασή τους στον ποταμό Σιρ-Ντάρια. Αυτή η ρύθμιση άφησε σχεδόν όλο το Χορασάν στα χέρια των Γαζνεβίδων, αν και οι Σαμανίδες δεν θα παραχωρούσαν επίσημα στον Μαχμούντ [Mahmud, διάδοχος του Sebüktegin], τον έλεγχο της περιοχής μέχρι το 999. Σε αυτό το σημείο, μια τέτοια κίνηση είχε πιθανά μόνο συμβολική ισχύ. Υπό τον Μαχμούντ, το έδαφος των Γαζνεβίδων έφθασε σε μέγιστη έκταση, που εκτεινόταν από την περιοχή του Καυκάσου στα δυτικά, νότια μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό, ανατολικά κατά μήκος της κοιλάδας του Ινδού, βόρεια από την Χορεσμία και τον ποταμό Αμού-Ντάρια.

Από τα τέλη του 10ου αιώνα και μετά, οι Γαζνεβίδες έλεγχαν την περιοχή του Χορασάν. Αυτό ήταν ζωτικής σημασίας για την διατήρηση της πολιτείας, καθώς στην Χορασάν υπήρχαν εκτεταμένες αγροτικές οάσεις και πολλά μεγάλα αστικά κέντρα, πόροι που έλειπαν κυρίως στην ορεινή περιοχή που αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας των Γαζνεβίδων. Μια άλλη περιοχή σημαντική για την οικονομική επιτυχία των Γαζνεβίδων ήταν η Χορεσμία. Ενώ ανήκε τυπικά στους Σαμανίδες, η Χορεσμία είχε από καιρό λειτουργήσει υπό τους Σαχ, ως ανεξάρτητη περιοχή. Περικλειόμενη ανατολικά από την έρημο Qara-Qum, στα νοτιοδυτικά από την έρημο Quizil-Qum και στα βορειοδυτικά από το Οροπέδιο Ust-Yurt, η Χορεσμία ήταν μια χώρα πλούσιας γεωργικής γης, τροφοδοτούμενη από το δέλτα του Αμού-Ντάρια, σε μια κατά τα άλλα άνυδρη περιοχή. Ήταν μια περιοχή που είχε επίσης διαχρονικά εμπορικούς δεσμούς με άλλες περιοχές της εσωτερικής Ασίας και της Ρωσίας. Ο Μαχμούντ νύμφευσε την αδερφή του, Hurra-yi Khuttalī με τον Σάχη της Χορεσμίας, Ma’mūn b. Ma’mūn, και υποκίνησε εσωτερικές διαμάχες που οδήγησαν τελικά στην δολοφονία του Σάχη το 1017. Ο Μαχμούντ το χρησιμοποίησε ως δικαιολογία για να εισβάλει και να εξασφαλίσει την Χορεσμία για τους Γαζνεβίδες, τερματίζοντας την τελευταία ιρανική δυναστεία στην Κεντρική Ασία.

Χάρτης 3: Οι Γαζνεβίδες στην Κεντρική Ασία, 1030

Η ισλαμική αφοσίωση των Γαζνεβίδων Τούρκων στρατηγών αμφισβητήθηκε αρχικά από πολλούς στην ηγεσία των Σαμανιδών. Μέχρι το τέλος της κυριαρχίας τους, οι ηγέτες των Γαζνεβίδων έδιναν μεγάλη έμφαση στην εικόνα τους ως υπερασπιστές του ορθόδοξου σουνιτικού Ισλάμ. Ξεκινώντας με τον Sebüktegin, όλοι οι ηγέτες τους ζήτησαν νομιμοποίηση, μέσω της έγκρισης του χαλίφη των Αββασιδών. Αυτή η υποστήριξη ενθαρρύνθηκε και επιβραβεύτηκε με δώρα και αφιερώματα, που προήλθαν κυρίως από εισβολές των Γαζνεβίδων στην Ινδία. Ο Μαχμούντ φαίνεται ότι ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την διαμόρφωση μιας εικόνας του εαυτού του, ως θεματοφύλακα του ορθόδοξου σουνιτικού Ισλάμ, απέναντι σε αιρετικούς μουσουλμάνους, (Σιίτες, Φατιμίδες, ή Ισμαηλίτες) και ειδωλολάτρες, (μια αυξανόμενη ανησυχία – τουλάχιστον παρουσιάστηκε ως τέτοια – με την ανοδική εισροή Τούρκων νομάδων). Λέγεται ότι ο Μαχμούντ απέρριψε προτάσεις γάμου από τους Uighur και Kitan βάσει των μη-μουσουλμανικών πεποιθήσεών τους.

Η εθνοτική πολιτική ήταν μια πηγή έντασης στην πολιτεία των Γαζνεβίδων. Η πολιτεία αυτή ιδρύθηκε από Τούρκους στρατηγούς, και το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών τους, αναμφισβήτητα ήταν Τουρκογενείς. Ωστόσο, η διοίκηση της κυβέρνησης των Γαζνεβίδων βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ιρανική γραμματειακή τάξη, οι οποίοι ήταν μέρος μιας παράδοσης που χρονολογείται από τους Σασσανίδες. Αυτή η εξάρτηση από τα ιρανικά ιδρύματα, σε συνδυασμό με την έμφαση των ηγεμόνων στη νομιμότητα του χαλιφάτου, φαίνεται ότι άφησε λίγο χώρο ή ενδιαφέρον για την προώθηση της τουρκικής ταυτότητας μεταξύ της ελίτ των Γαζνεβίδων. Τα ιστορικά αρχεία περιγράφουν ιρανικούς και ισλαμικούς εορτασμούς, αλλά μη-συσχετιζόμενους με την τουρκική ταυτότητα. Μερικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι αυτή η έλλειψη μιας κοινής, διαδεδομένης ταυτότητας για τον πληθυσμό των Γαζνεβίδων συνέβαλε στην παρακμή τους. Οι κυβερνήτες είδαν ως καθήκον τους τη στρατιωτική προστασία των υπηκόων τους, οι οποίοι έπρεπε να ασκούν τα επαγγέλματά τους και να πληρώνουν φόρους. Λόγω της έλλειψης μεγαλύτερης ιδεολογικής ενσωμάτωσης, εάν και οι δύο πλευρές βρήκαν το καθήκον τους άβολο ή επικίνδυνο, ήταν πιο πιθανό να το εγκαταλείψουν. Έτσι, μπροστά στις δυνάμεις εισβολής, οι ντόπιοι ήταν απίθανο να αντισταθούν για λογαριασμό των κυβερνητών τους.

Η παρακμή των Γαζνεβίδων, τουλάχιστον όσον αφορά στον εδαφικό έλεγχο στην Κεντρική Ασία, προκλήθηκε από συγκρούσεις πρώτα με τους Καραχανίδες [Qarakhanids] και στη συνέχεια με τους Σελτζούκους. Όταν ο Μασούντ [Masud] κληρονόμησε τον έλεγχο της πολιτείας των Γαζνεβίδων μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1030, ήταν στη μέγιστη εδαφική της έκταση. Οι Καραχανίδες πλησίαζαν επίσης στο απόγειο της δύναμής τους, και αυξάνονταν η πίεση των τουρκικών φυλών που μετανάστευαν δυτικά. Παρά αυτές τις αυξανόμενες ανησυχίες στα ανατολικά και στα βόρεια σύνορα των Γαζνεβίδων, ο Μασούντ εστίασε την προσοχή του νότια, στην Ινδία με επιδίωξη τη λεηλασία για την χρηματοδότηση αυτής της τεράστιας περιοχής, και για να διατηρηθεί ικανοποιημένος ο χαλίφης με δώρα. Κατά μήκος των εξωτερικών επαρχιών του εδάφους των Γαζνεβίδων, τα πράγματα άρχισαν να επιδεινώνονται.

Οι σχέσεις μεταξύ των  Γαζνεβίδων και των Καραχανιδών άρχισαν να χειροτερεύουν όταν ο Σαχ Χαρνού [shah Hārūn] της  Χορεσμίας συμμάχησε με τον Καραχανίντ Χαν, τον Άλι Τεγκίν [Alī Tegin] και με ομάδες Σελτζούκων στα σύνορα της Χορεσμίας. Το πραγματικό πλήγμα για τη σταθερότητα των Γαζνεβίδων στην Χορεσμία και στο Χορασάν ήταν η μετακίνηση των ομάδων των Ογούζων, (συμπεριλαμβανομένων των Σελτζούκων) νότια της περιοχής των Γαζνεβίδων. Η αναστάτωση των οικονομιών αυτών των περιοχών, σε συνδυασμό με την έλλειψη υποστήριξης των  Γαζνεβίδων για τις πληγείσες πόλεις, οδήγησε πολλές πόλεις και πληθυσμούς να υποταχθούν στους Σελτζούκους. Μετά την απώλεια αυτής της περιοχής, οι Γαζνεβίδες στράφηκαν στην Ινδία, όπου διατήρησαν την εξουσία μέχρι το 1186 – υπήρξε προγενέστερα το ανάλογο μοτίβο του ελληνικού/ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής.

ΟΙ ΣΕΛΤΖΟΥΚΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ

Από τα τέλη του 8ου και τις αρχές του 9ου αιώνα, τουρκικά φύλα που βρίσκονταν στην αρχική τους κοιτίδα διασπάστηκαν και μετακινήθηκαν προς τα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά, και από τα τέλη του 9ου αιώνα είχαν εγκατασταθεί στις εύφορες κοιλάδες της Κασπίας Θάλασσας καθώς και ανατολικά της λίμνης Αράλης. Στην διάρκεια του πρώτου μισού του 10ου αιώνα, οι Ογούζοι κατοίκησαν στις στέπες βόρεια της Αράλης, και ανατολικά της Κασπίας. Ιστορικοί αυτής της περιόδου (Άραβες και Ιρανοί) περιγράφουν τους Ογούζους ως περιπλανώμενους, όπως τα ζώα, χωρίς πραγματική θρησκεία [… describe the Oghuz as wandering like animals, with no real religion]. Οι Ογούζοι απόκτησαν ενδιαφέρον κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου λόγω της κίνησης αυτών σε ομάδες, νότια, πιθανότατα λόγω πιέσεων από άλλους τουρκικούς λαούς, (τους Kïpchak και Kimek), στις στέπες πιο βόρεια. Τον 10ο αιώνα κέντρο των Ογούζων ήταν η πόλη Τζαντ [Jand] στον κάτω ρου του Σιρ-Ντάρια.

Η δυναστεία γνωστή ως Σελτζούκοι [ή Σελτζουκίδες, τουρκικά Selcuklular, Seljuks],  είναι γνωστή από το πρώτο μισό του 10ου αιώνα, όταν εμφανίζονται σε ιστορικά έγγραφα ως μέρος της φυλής Κινίκ, [Qiniq, Qynyk ή Qynyq, τουρκικά: Kïnïk, τουρκμένικα: Gynyk] των Ογούζων Τούρκων, με τουρκομάνικη καταγωγή. Στα μέσα του 10ου αιώνα, οι Σελτζούκοι με επικεφαλής τον δυναμικό τους φύλαρχο Σελτζούκ [Seljuk, Selcuk], αποτελούσαν μια σημαντική φατρία, ανάμεσα στις τουρκόφωνες φυλές των Ογούζων. Η “Σύνοψη των γλωσσών των Τούρκων” [Dīwān lughāt al-turk], που συντάχθηκε από τον Μαχμούντ αλ-Κασγκάρι [Mahmūd al-Kāshgharī] το 1074, προσδιορίζει τους Σελτζούκους, ως ηγετική, πριγκηπική φυλή των Ογούζων,

[al-Kāshgharī, 1982–85. Dīwān lughāt al-turk (ed. and trans. Dankoff, Robert in collaboration with James Kelly), Compendium of the Turkic Dialects, 3 vols. Cambridge, MA: Harvard University Press].

Οι Τούρκοι Σελτζούκοι υπήρξαν κυρίαρχοι στον χώρο της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής.  Η άνοδος των Σελτζούκων, ως ιδιαίτερο φύλο από τους συγγενείς Ογούζους, ξεκίνησε με τον διορισμό του Σελτζούκ (από τον οποίο και έλαβαν το όνομά τους), ως στρατιωτικού αρχηγού από τον Γιαμπγκού [Yabghu, επικεφαλής των ομόσπονδων φυλών Ογούζων], στα μέσα του 10ου αιώνα. Οι Σελτζούκοι διατηρούσαν ακέραιες τις νομαδικές τους συνήθειες και κατόρθωναν να επιβιώνουν από τα λάφυρα, τα οποία αποκόμιζαν, από τις διάφορες επιδρομές (ραζζίες) καθώς και από την κτηνοτροφία (Σαββίδης, 2006, σελ. 105). Σύντομα ο Γιαμπγκού αποφάσισε ότι ο Σελτζούκ αποτελούσε απειλή για την εξουσία του. Έτσι ο Σελτζούκ και η φατρία του περί το 960 διασπάστηκε από τον κορμό των Ογούζων, μία συνομοσπονδία εννέα φατριών, ανάμεσα στην Αράλη και την Κασπία και μετακινήθηκαν πιο μακριά, στην περιοχή Τζαντ του Συρ-Ντάρια, [κοντά στο Κζιλ-Ορντά στο σημερινό νοτιοκεντρικό Καζακστάν]. Εγκαταστάθηκαν προσωρινά σε περιοχές του κάτω Σιρ-Ντάρια (Ιαξάρτης), όπου ο Σελτζούκ προσηλυτίστηκε στο (σουνιτικό) Ισλάμ. Αυτή η μετακίνηση έφερε τον Σελτζούκ και τον λαό του στα σύνορα του κράτους των Σαμανιδών, και γι’ αυτό το Dār al-Islām (ο κόσμος του Ισλάμ) και το Ισλάμ (θρησκεία) άρχισαν να εξαπλώνονται, αρχικά στις απλές οικογένειες των Σελτζούκων.  

Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, το Ισλάμ λέγεται ότι εξαπλώθηκε σε όλη την επικράτεια των Σαμανιδών, μεταξύ των «ημι-ισλαμισμένων» νομαδικών λαών. Αργότερα στις ιστορίες των Σελτζούκων ισχυρίζονται ότι με αυτήν τη μεταστροφή, οι Σελτζούκοι έγιναν γρήγορα γαζίδες [ghāzīs, μαχητές για την ισλαμική πίστη]. Στην πραγματικότητα η νέα πίστη αποτέλεσε μια κινητήρια δύναμη, και στα τέλη του 10ου αιώνα, οι Σελτζούκοι υπηρετούσαν ως βοηθητικά στρατεύματα, τους Σαμανίδες. Περίπου το 985-990, οι Σαμανίδες επέτρεψαν στους Σελτζούκους να εγκατασταθούν μεταξύ της Μπουχάρας και της Σαμαρκάνδης.

Στις συγκρούσεις μεταξύ των Σαμανιδών και των Καραχανιδών κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 10ου αιώνα, οι Σελτζούκοι άλλαξαν πλευρό αρκετές φορές, καθιερώνοντας τελικά σχέσεις με τους Καραχανίδες. Ο Αρσλάν Ισραήλ [Arslan Isra’il ή Arslan Yabgu], αρχηγός των Σελτζούκων, νυμφεύθηκε την κόρη του Alīl Tegin, Χαν των Καραχανιδών. Η συμμαχία με τον Alī Tegin σήμαινε ότι όταν οι Γαζνεβίδες τον απομάκρυναν από τη Μπουχάρα το 1025, οι σύμμαχοί του Σελτζούκοι εκτοπίστηκαν επίσης. Οι Σελτζούκοι συνέχισαν να προσφέρουν το μισθοφορικό στρατό τους, στους Καραχανίδες την περίοδο 1025-1030, σε αντάλλαγμα γαιών και πολιτικού κέρδους.

Χάρτης 4: Κοιτίδα Σελτζούκων

Τον 11ο αιώνα οι Σελτζούκοι μετανάστευσαν από τις προγονικές πατρίδες τους στην ηπειρωτική Περσία, στην επαρχία Χορασάν [Khorasan/Khurasan], όπου αντιμετώπισαν την αυτοκρατορία των Γαζνεβίδων [Ghaznavid]. Οι Σελτζούκοι υπό τον Τζαγρί Μπεγ [Chaghri Beg] το 1035 νίκησαν τους Γαζνεβίδες στη μάχη της πεδιάδας της Νάσα [Nasa] στην Κασπία, και το 1038 υπό τον Τογρούλ [Tughril, πρώτο σουλτάνο τους, 1038-1063] στη μάχη της Σάραξ [Sarakhs] νίκησαν τον Abu’l-Fadl Suri (Γαζνεβίδη κυβερνήτη του Χορασάν). Μέχρι το 1040, οι συμμαχίες τους με τον κυβερνήτη της Χορεσμίας και η πρόοδος εναντίον των Γαζνεβίδων άφησε τους Σελτζούκους αρχικά μια περιοχή στην Χορεσμία και στη συνέχεια νοτιότερα, στο Χορασάν.  Ύστερα οι Σελτζούκοι το 1040 υπό τους Τογρούλ και Τζαγρί, συνέτριψαν στη μάχη του Νταντανανκάν [Dandanaqan] κοντά στην πόλη Μέρβ (Merv, σημερινό Τουρκμενιστάν), τους ιρανόφωνους Γαζνεβίδες υπό τον Μασούντ και εισέβαλαν μέσω του Χορασάν στην κεντρική Περσία. Ο Τογρούλ και ο Τζαγρί έλαβαν τα διακριτικά του κυβερνήτη και τους δόθηκαν γαίες  και ο τίτλος του ιρανικού τίτλου του φεουδάρχη/γαιοκτήμονα [dehqan]. Μετά από μια επιτυχημένη πολιορκία του Ισφαχάν [Isfahan] από τον Τογρούλ το 1050/51, ίδρυσαν μια αυτοκρατορία που αργότερα ονομάστηκε η Μεγάλη Αυτοκρατορία Σελτζούκων. 

Μετά την είσοδο των Σελτζούκων στη Νισαπούρ, [Nishapur] ο Αββασίδης χαλίφης αλ-Καμάμ [al-Qā’im, 1031–75] έστειλε έναν απεσταλμένο στον Τογρούλ [Toghrïl], ηγέτη των Σελτζούκων. Μετά την δήλωση του Τογρούλ για την κυριαρχία του στο Χορασάν, έστειλε μια επιστολή στον χαλίφη των Αββασιδών. Στο «fat’h-nāma» (ανακοίνωση της νίκης) στον χαλίφη, του υποσχέθηκε πίστη και συμμαχία με το ορθόδοξο σουνιτικό Ισλάμ. Το γράμμα επίσης περιελάμβανε ένα αρχαίο σύμβολο των Τούρκων, ένα σύμπλεγμα τόξου και βέλους.  Αφού διασφάλισαν την Χορεσμία και το Χορασάν, οι Σελτζούκοι έστρεψαν την προσοχή τους νότια και δυτικά, προσεγγίζοντας την Βαγδάτη, νικώντας τον σιίτη κυβερνήτη της  δυναστείας των Μπουιδών [Buyid] το 1055: απελευθερώνοντας τον σουνίτη χαλίφη από την επικυριαρχία της σιιτικής δυναστείας και επικυρώνοντας τον Χαλίφη ως πνευματικό και ιδεολογικό επικεφαλής της Κοινοπολιτείας των Αββασιδών. Αυτή ήταν μια σημαντική εξέλιξη στον κόσμο τους όπως και στην κατοπινή περίοδο, καθώς οι κοσμικές και θρησκευτικές αρχές αντιμετωπίστηκαν ως δύο σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητες, αν και αλληλένδετες, δυνάμεις.

Το αποκορύφωμα της εξουσίας των Σελτζούκων υπήρξε το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αλπ Αρσλάν [Alp Arslan, 1063–73] και του Μαλίκ Σαχ [Malik Shāh, 1073–92]. Κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής, το Χορασάν και οι δυτικές περιοχές στον Καύκασο και τη Μεσοποταμία ενοποιήθηκαν. Οι Σελτζούκοι στα νότια σύνορα με τους Γαζνεβίδες σταθεροποιήθηκαν στα τέλη του 11ου αιώνα. Προς τα ανατολικά, οι Σελτζούκοι μπόρεσαν να επεκτείνουν την δύναμή τους σε βάρος των Καραχανιδών. Το 1089, ο Μαλίκ Σαχ, υποτίθεται, κατόπιν αιτήματος ορθοδόξων σουνιτικών ομάδων, εισέβαλε στη Σογδιανή (Υπερωξιανή – Transoxiana), με την πρόθεση ανατροπής των Δυτικών Καραχανιδών. Ο Μαλίκ πέτυχε και  συνέχισε την εκστρατεία του στη Σεμιρέτσιε [Semirechye], ασκώντας πίεση και στους Ανατολικούς Καραχανίδες. Στο έτος θανάτου του το 1092, το εβδομαδιαίο θρησκευτικό κήρυγμα, [khutba] γινόταν στο όνομα του Μαλίκ Σαχ, από την βόρεια Συρία έως το Ανατολικό Τουρκεστάν.

Μετά από αυτήν την περίοδο ειρήνης και ενοποιημένης εξουσίας, το κράτος των Σελτζούκων του 12ου αιώνα χαρακτηρίζεται από λιγότερη συγκεντρωτική ισχύ και εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις που οδήγησαν στην πτώση του. Τον 11ο αιώνα, οι Σελτζούκοι είχαν υιοθετήσει την παραδοσιακή τουρκική οργάνωση του κράτους (διμερής ανατολική / δυτική ηγεσία), με το σουλτάνο της δυτικής περιοχής να προηγείται. Το 1118, αυτή η οργάνωση απορυθμίστηκε όταν ο Σαντζάρ [Adud al-Dawla Ahmad Sanjar], κυβερνήτης των ανατολικών επαρχιών των Σελτζούκων από το 1097, ανέλαβε την θέση του ως ανώτατος σουλτάνος [supreme sultan]. Εξωτερικά, ο μεγαλύτερος αντίπαλος των Σελτζούκων ήταν το Καρά-Χιτάι [Qara Khitai], μία νομαδική τουρκική συνομοσπονδία με καταγωγή από τη Μογγολία, που από τις αρχές του 12ου αιώνα είχε τον έλεγχο της περιοχής Σεμιρέτσιε [σύγχρονο Καζακστάν] και επεκτεινόταν δυτικά. Οι Καραχανίδες ήταν οι πρώτοι που αντιμετώπισαν το Καρά-Χιτάι και προσέγγισαν τους Σελτζούκους για βοήθεια. Ο στρατός των Σελτζούκων, που ήταν ήδη σε κόπωση για την αντιμετώπιση των συνοριακών διαφορών, στράφηκε σε εσωτερικές συγκρούσεις που προέκυψαν από τις φυλές Ογούζων για την Χορεσμία. Σύμφωνα με ιστορικούς, οι φυλές Ογούζων αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο του πληθυσμού στο Χορασάν, βόρεια της Jibal και των επαρχιών της Κασπίας. Οι ιστορικοί τους δεσμοί με τους Ογούζους, καθώς και η  σημασία των Ογούζων ως στρατιωτικών συμμάχων, οδήγησε τους Σελτζούκους να δημιουργήσουν συγκεκριμένα κανάλια επικοινωνίας και ειδικές διοικητικές περιοχές γι΄ αυτές τις ομάδες.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι Ογούζοι υιοθέτησαν τον ακόλουθο ρόλο: «Είμαστε η ελίτ/προνομιούχοι υπήκοοι [raʿiyyat-i khāss] των σουλτάνων και δεν εμπίπτουμε στην δικαιοδοσία κανενός άλλου», (σύμφωνα με τον Rāwandi, τον ιστορικό των Σελτζούκων).  Στα μέσα του 12ου αιώνα, ο αριθμός των Ογούζων στο Χορασάν είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό που οι Σελτζούκοι αγωνίστηκαν να τους τακτοποιήσουν στην διοικητική και κοινωνική δομή της πολιτείας τους. Δυσαρεστημένοι με την πολιτική τους μεταχείριση και την φορολογία από τους Σελτζούκους, οι Ογούζοι συνέλαβαν τον σουλτάνο Σαντζάρ [Sanjar] το 1153 και στη συνέχεια σάρωσαν το Χορασάν. Με την ηγεσία τους  αποδεκατισμένη, το κράτος των Σελτζούκων τελικά υπέκυψε στις επεκτάσεις της πολιτείας της Χορεσμίας και των Γουρίδων [Gurid][4] το 1157.

Συμπερασματικά η συγκεκριμένη περιφέρεια της Κεντρικής Ασίας, αποτελούσε «πέρασμα» – δίοδο από την ανατολή, και συνεπώς σύνορο προστασίας των εσωτερικών περιοχών από νομαδικές εισβολές. Μετά την παρακμή του πρωτο-τουρκικού χανάτου, η Κεντρική Ασία γνώρισε περίπου έναν αιώνα ανεξαρτησίας, πριν από την έναρξη των αραβικών εισβολών, από την αντίθετη κατεύθυνση αυτήν την φορά, τη νοτιοδυτική. Στη συνέχεια οι Σαμανίδες γνώρισαν μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας, οικονομικής ευημερίας και πολιτιστικής εξέλιξης κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 9ου αιώνα και το πρώτο μισό του 10ου αιώνα. Οι Σαμανίδες προστάτευσαν με επιτυχία μεγάλο μέρος του πυρήνα της Κεντρικής Ασίας από εξωτερικές επιδρομές. Αυτή η ειρήνη συνέπεσε με μεγάλη παραγωγικότητα στους τομείς της λογοτεχνίας, τέχνης και επιστήμης. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της εξέλιξης επικεντρώθηκε στην περσική γλώσσα, την ταυτότητα και την ιστορία.

Ακολούθησαν οι Γαζνεβίδες, κατά την διάρκεια των οποίων η εθνοτική πολιτική ήταν μια πηγή έντασης στην πολιτεία τους: αυτή είχε ιδρυθεί και στηριχθεί από τουρκογενείς στρατιωτικούς αλλά η διοίκηση της κυβέρνησης βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ιρανική γραμματειακή τάξη, οι οποίοι ήταν μέρος μιας παράδοσης που χρονολογείται από τους Σασσανίδες. Αυτή η εξάρτηση από τα ιρανικά ιδρύματα, σε συνδυασμό με την έμφαση των ηγεμόνων στη νομιμότητα του χαλιφάτου, φαίνεται ότι άφησε λίγο χώρο ή ενδιαφέρον για την προώθηση της τουρκικής ταυτότητας μεταξύ της ελίτ των Γαζνεβίδων. Τα ιστορικά αρχεία περιγράφουν ιρανικούς και ισλαμικούς εορτασμούς, αλλά μη-συσχετιζόμενους με την τουρκική ταυτότητα.

Στα μέσα του 10ου αιώνα, οι Σελτζούκοι με επικεφαλής τον δυναμικό τους φύλαρχο Σελτζούκ, αποτελούσαν μια σημαντική φατρία, ανάμεσα στις τουρκόφωνες φυλές των Ογούζων. Ιστορικοί αυτής της περιόδου (Άραβες και Ιρανοί) περιγράφουν τους Ογούζους ως περιπλανώμενους, όπως τα ζώα, χωρίς πραγματική θρησκεία. Οι Σελτζούκοι διατηρούσαν ακέραιες τις νομαδικές τους συνήθειες και κατόρθωναν να επιβιώνουν ως μισθοφόροι, από τα λάφυρα τα οποία αποκόμιζαν από τις διάφορες επιδρομές, καθώς και από την κτηνοτροφία. Τον 11ο αιώνα οι Σελτζούκοι μετανάστευσαν από τις προγονικές πατρίδες τους στην ηπειρωτική Περσία, στο Χορασάν και στην Χορεσμία: οι Σελτζούκοι το 1035 νίκησαν τους Γαζνεβίδες στην Κασπία, και το 1038 τον Γαζνεβίδη κυβερνήτη του Χορασάν. Μετά από μια επιτυχημένη πολιορκία του Ισφαχάν το 1050/51, ίδρυσαν μια αυτοκρατορία που αργότερα ονομάστηκε η Μεγάλη Αυτοκρατορία Σελτζούκων.  Αφού διασφάλισαν την Χορεσμία και το Χορασάν, οι Σελτζούκοι έφθασαν έως την Βαγδάτη, νικώντας τον σιίτη κυβερνήτη της το 1055, επικυρώνοντας τον Χαλίφη ως πνευματικό και ιδεολογικό επικεφαλής της Κοινοπολιτείας των Αββασιδών. 

Το αποκορύφωμα της εξουσίας των Σελτζούκων υπήρξε το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αλπ Αρσλάν [1063–73] και του Μαλίκ Σαχ [1073–92]: το Χορασάν και οι δυτικές περιοχές στον Καύκασο και τη Μεσοποταμία ενοποιήθηκαν. Το 1089, ο Μαλίκ Σαχ (αντιγράφοντας τους Άραβες) εισέβαλε στη Σογδιανή (Υπερωξιανή – Transoxiana). Ο Μαλίκ πέτυχε την ανατροπή των Δυτικών Καραχανιδών και συνέχισε ασκώντας πίεση στους Ανατολικούς Καραχανίδες. Το 1092, το εβδομαδιαίο θρησκευτικό κήρυγμα γινόταν στο όνομα του Μαλίκ Σαχ, από την βόρεια Συρία έως το Ανατολικό Τουρκεστάν. Μετά από αυτήν την περίοδο ειρήνης και ενοποιημένης εξουσίας, το κράτος των Σελτζούκων του 12ου αιώνα χαρακτηρίζεται από λιγότερη συγκεντρωτική ισχύ και εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις που οδήγησαν στην πτώση του. Εξωτερικά, ο μεγαλύτερος αντίπαλος των Σελτζούκων ήταν το Καρά-Χιτάι, μία νομαδική τουρκική συνομοσπονδία με καταγωγή από τη Μογγολία, που από τις αρχές του 12ου αιώνα είχε τον έλεγχο της περιοχής Σεμιρέτσιε [σύγχρονο Καζακστάν] και επεκτεινόταν δυτικά. Ο στρατός των Σελτζούκων, που ήταν ήδη σε κόπωση για την αντιμετώπιση των συνοριακών διαφορών, στράφηκε σε εσωτερικές συγκρούσεις που προέκυψαν από τις φυλές Ογούζων για την Χορεσμία. Σύμφωνα με ιστορικούς, οι φυλές Ογούζων αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο του πληθυσμού στο Χορασάν. Στα μέσα του 12ου αιώνα, ο αριθμός των Ογούζων στο Χορασάν είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό που οι Σελτζούκοι αγωνίστηκαν να τους τακτοποιήσουν στην διοικητική και κοινωνική δομή της πολιτείας τους. Δυσαρεστημένοι με την πολιτική τους μεταχείριση και την φορολογία από τους Σελτζούκους, οι Ογούζοι συνέλαβαν τον σουλτάνο Σαντζάρ το 1153 και στη συνέχεια σάρωσαν το Χορασάν. Με την ηγεσία τους  αποδεκατισμένη, το κράτος των Σελτζούκων τελικά υπέκυψε στις επεκτάσεις της πολιτείας της Χορεσμίας και των Γουρίδων το 1157.

Στο Γ΄ Μέρος που ακολουθεί, περιγράφεται συνοπτικά η πορεία των Σελτζούκων έως τη Μικρά Ασία. 

Ο Ιωάννης Βιδάκης είναι Δρ. Τμήματος Ναυτιλίας & Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, Σχολής Επιστημών της Διοίκησης, Πανεπιστημίου Αιγαίου (Χίος), MA, MSc., Αρχιπλοίαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.και ο Δημήτριος Γεωργαντάς ΜΑ, Msc., Υποναύαρχος Οικονομικού Σώματος ΠΝ ε.α.