Του Δημητρίου Τσαιλά

Μια ήρεμη επανάσταση προβλέπεται να ξεκινάει στη χάραξη της εθνικής μας στρατηγικής. Οι εθνική μας άμυνα πλέον φαίνεται ότι δεν πρέπει να επικεντρώνονται μόνο στη μετωπική καταπολέμηση αδίστακτων και αναθεωρητικών κρατών γύρω από τα σύνορά μας, των τρομοκρατικών ομάδων και άλλων θανατηφόρων εχθρών. Αντ’ αυτών, χρειάζεται να προσανατολιστεί στους αντίπαλους εναντίον της ελληνικής ευημερίας και ασφάλειας. Σαφώς ο κύριος και μεγάλος αντίπαλος ισχύος παραμένει η Τουρκία που αμφισβητεί τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και απειλεί με το γκριζάρισμα των θαλασσίων ζωνών. Η κεντρική πρόκληση όμως για την ελληνική ευημερία και ασφάλεια εκτός από την εμφάνιση μακροπρόθεσμου, στρατηγικού ανταγωνισμού από τον τουρκικό ρεβιζιονισμό, είναι και τα παγκόσμια θέματα όπως οι μεταναστευτικές ροές, τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής και η διασπορά επιδημιών. Η εξάλειψη αυτών των αντιπάλων και η νίκη τους, θα απαιτήσουν μεγάλες αλλαγές στην στρατηγική σκέψη. Η στενή συνεργασία με τους συμμάχους, τους εταίρους μας, ακόμη και με τους αντιπάλους θα είναι επίσης απαραίτητη προϋπόθεση για την ελληνική ασφάλεια.

Η Ελλάς παραμένει ευάλωτη

Το 2020 η ισορροπία της Ελλάδας έναντι των απειλών και των ευκαιριών στο διεθνές περιβάλλον εκτιμάται ότι παρουσιάζει θετικό πρόσημο, αλλά η εθνική ανθεκτικότητα και συνοχή του Ελληνισμού είναι σοβαρά ανεπαρκής. Η ανθεκτικότητα είναι ένας βασικός παράγοντας της εθνικής ισχύος με σημαντική επίδραση στην υψηλή στρατηγική, δηλαδή στην ικανότητα ενός κράτους για το πώς μπορεί να παρέχει ασφάλεια. Η ανθεκτικότητα περιλαμβάνει την ικανότητα πρόβλεψης και αντοχής σε ένα αναπάντεχο συμβάν, και την γρήγορη αποκατάσταση βασικών λειτουργιών και υπηρεσιών μετά από αυτό, είτε πρόκειται για πανδημία, οικονομική κρίση, τρομοκρατική επίθεση ή περιστατικό επίθεσης μεγάλης κλίμακας στον κυβερνοχώρο. Μέσα σε αυτήν την ευρεία έννοια, υπάρχουν διάφορες μορφές ανθεκτικότητας, όπως λειτουργική ανθεκτικότητα, οικονομική αντοχή ή ανθεκτικότητα δεδομένων. Στο πλαίσιο της υψηλής στρατηγικής, η ανθεκτικότητα θα αναπροσανατολίσει τη στρατηγική της Ελλάδας γύρω από τη βελτίωση της ικανότητάς της να προβλέπει και να ανταποκρίνεται (από αμυντική προοπτική) σε αντίπαλες ενέργειες. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να έχει θετική, έμμεση επίδραση της μείωσης της ελκυστικότητας στους αντιπάλους μας, της διεξαγωγής επιθέσεων εκ πρώτης όψεως, μέσω της μείωσης των αντιληπτών οφελών. Με δύο λόγια, η ανθεκτικότητα δεν είναι η απουσία ευπάθειας. Αντίθετα, είναι η ικανότητα διαχείρισης υφιστάμενων ή νέων τρωτών σημείων με τρόπους που δεν θα τα επιτρέψουν να μας κατακλύσουν σε σημείο που απλώς θα χρειαστεί να αναδιπλωθούμε.

Οι νέες προκλήσεις

Στις αρχές του 2021, και ιδιαίτερα περί το Μάρτιο, αναμένεται να προκύψουν προκλήσεις τόσο σε σχέση με τις εξωτερικές απειλές όσο και στην ικανότητα ανάκαμψης από τις εσωτερικές κρίσεις. Στη θετική στήλη του ισολογισμού εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας για το 2020 υπάρχουν πολλές σημαντικές εξελίξεις. Οι στρατιωτικές συμφωνίες που υπογράφηκαν για τη Μεσόγειο, ενισχύθηκαν με κοινές επιχειρήσεις και ασκήσεις, καθώς και η τάση της ομαλοποίησης στο ανεξέλεγκτο κύμα εισόδου μεταναστών φαίνεται να συνεχίζεται και να επεκτείνεται.

Ωστόσο, σημειώθηκε μια συνολική μείωση του ισοζυγίου εθνικής ασφάλειας του Ελληνισμού το 2020, το οποίο μπορεί κυρίως να αποδοθεί σε τέσσερις παράγοντες: τη συνεχιζόμενη έλλειψη πολιτικής συνοχής, η οποία υπονομεύει βαθιά την εμπιστοσύνη των πολιτών σε κυβερνητικούς θεσμούς, την κοινωνική αλληλεγγύη και την εθνική ανθεκτικότητα. Τη πανδημία του COVID-19, η οποία δημιούργησε, οικονομική και κοινωνική κρίση που ενίσχυσε τη ζημία που προκλήθηκε από το έλλειμα πολιτικής συνοχής, ενώ η Τουρκία συνέχισε να παραβιάζει συστηματικά τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Τέλος η ισορροπία ισχύος αρχίζει να διαταράσσεται, καθώς η Τουρκία παράγει προηγμένα όπλα και προχωρά στη ναυπήγηση δικών της πλοίων.

Τι πρέπει να γίνει

Στις αρχές του 2021, ο Ελληνισμός θα πρέπει να καθορίσει ένα μεγάλο στρατηγικό στόχο, της εσωτερικής οικονομικής και κοινωνικής αναβίωσης, παράλληλα με τη δημιουργία ισχυρών σχέσεων με τους συμμάχους, προκειμένου να ενισχυθεί η στρατηγική συμμαχία της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επαναδιαπραγματευόμενοι υπέρ μας τους όρους διάθεσης των Νατοϊκών ευκολιών βάσεων.

Η πανδημία του ιού COVID-19 δίνει ένα μάθημα στην ανθρωπότητα και δεν είναι το μοναδικό. Να θυμηθούμε τη χρηματοπιστωτική ύφεση των προηγούμενων δέκα ετών ως παράδειγμα ζωτικής σημασίας για την ελληνική ευημερία, όπου χρειαστήκαμε στην ΕΕ τη συνεργασία όλων των εταίρων για να την καταπολεμήσουν. Και ενώ οι οικονομικοί πόλεμοι φέρουν σκεπτικισμό όσον αφορά την παγκοσμιοποίηση, είμαστε πολύ πίσω στην αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής παγκοσμιοποίησης που αντιπροσωπεύουν οι πανδημίες και η αλλαγή του κλίματος.

Ο κύριος πυλώνας μιας νέας στρατηγικής είναι μια ριζοσπαστική προσέγγιση για την επιβολή του σχεδιασμού, η οποία θα περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να οικοδομηθεί ο ελληνισμός για να πολεμήσει όλες τις διαφαινόμενες απειλές. Το γεγονός ότι η εθνική μας ασφάλεια είναι ισχυρή σημαίνει ότι ο ελληνισμός πρέπει να καταβάλει μεγάλες προσπάθειες συνεργασίας. Σε διακρατικά θέματα όπως ο ιός COVID-19 και η κλιματική αλλαγή, η δύναμη αντιμετώπισης των γίνεται ένα παιχνίδι θετικού αθροίσματος. Πρέπει επίσης να σκεφτούμε και από την άποψη της ισχύος για να επιτύχουμε κοινούς στόχους, που αφορούν την επιβίωση μας.

Η ανθεκτική ισχύς

Στην εποχή του COVID-19, η ισχύς της χώρας είδαμε να καθορίζεται όχι μόνο από τις Ένοπλες Δυνάμεις, την Οικονομία και τους Δημοκρατικούς Θεσμούς της, αλλά και από την ανθεκτικότητά της. Κάθε εποχή δίνει ιδιαίτερο πλεονέκτημα σε συγκεκριμένες μορφές εθνικής ισχύος. Για παράδειγμα η θαλάσσια ισχύς δημιούργησε αποικιοκρατικές κατοχές πριν από τους παγκόσμιους πολέμους, τα πυρηνικά όπλα και τα δίκτυα συμμαχιών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ενώ η μαλακή ισχύς μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Σήμερα στη σύγχρονη εποχή λόγω της πανδημίας COVID-19, αποκαλύπτουμε μια νέα παράμετρο, την «ανθεκτική ισχύ». Δηλαδή την ικανότητα μιας χώρας να απορροφά συστημικά σοκ, να προσαρμόζεται σε αυτές τις διαταραχές και να ανακάμπτει γρήγορα από αυτές. Ο στόχος της ανθεκτικότητας είναι να σχεδιάσουμε πολιτικοκοινωνικά συστήματα όχι μόνο για να αντέξουν το σοκ από τις πανδημίες, αλλά και από κλιματικές αλλαγές, κυβερνοεπιθέσεις, οικονομικές κρίσεις και καμπάνιες παραπληροφόρησης, για να το αποτρέψουν και να το ανασχέσουν.

Κλείνοντας, πιστεύω ότι το κλειδί για τη μελλοντική ασφάλεια και την ευημερία, όχι μόνο του ελληνισμού αλλά και όλων των κρατών είναι να γίνει κατανοητή η εθνική ανθεκτικότητα όπως και η διαφορά της σημασίας ανάμεσα στη «δύναμη» και την «ισχύ». Κάθε χώρα προσπαθεί να διαμορφώσει τα εθνικά συμφέροντά της, αλλά το σημαντικό ερώτημα είναι το πόσο ευρεία ή στενά καθορίζονται αυτά τα συμφέροντα. Η νέα απειλή για την ασφάλεια των κρατών δεν οφείλεται μόνο στις εθνικές δυνάμεις ισχύος αλλά και από εξωγενείς παράγοντες που απαιτείται να έχουμε τη δύναμη να αντιμετωπίσουμε όπως η πανδημία από τον COVID-19, την κλιματική αλλαγή, αλλά και από θεομηνίες. Πρέπει να προσαρμόσουμε τη στάση μας σε αυτόν τον νέο κόσμο.

O Ναύαρχος Δ. Τσαιλάς δίδαξε, μεταξύ άλλων, επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως και της Στρατηγικής και Ασφάλειας σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου