Γράφουν οι: Δημήτριος Γεωργαντάς, Υποναύαρχος (Ο) ΠΝ, ε.α.

Ιωάννης Βιδάκης,  Αρχιπλοίαρχος (Ο) ΠΝ, ε.α.

Γεώργιος Παναγιώτου,  Αρχιπλοίαρχος (Ο) ΠΝ, ε.α.

Αντί Εισαγωγής

Οι εισφορές των απόδημων Ελλήνων σε χρήμα, για το μεγαλείο του έθνους, υπήρξαν πάντοτε αυθόρμητοι και αφειδείς. Με ανεξίτηλα γράμματα στην ιστορία της Ελλάδος και στην πολιτισμική μνήμη των Ελλήνων υπάρχει το όνομα του μεγάλου ευεργέτη Αβέρωφ που πέραν των άλλων, με χρήματα που διέθεσε στο Ταμείο Εθνικού Στόλου (ΤΕΣ), αγοράστηκε το «ΘΚ ΑΒΕΡΩΦ» που πρόσφερε σημαντικά στην απελευθέρωση των νησιών του Αιγαίου και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους. Στην κατηγορία αυτών των σημαντικών ευεργετών ανήκει και ο Ανδρέας Βαλλιάνος, Έλληνας έμπορος, εφοπλιστής και τραπεζίτης, με έδρα των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων το Ταϊγάνι στη Μαύρη Θάλασσα (1840-1850), την Κωνσταντινούπολη (1850-1869) και τη Μασσαλία (1869-1887), όπου εγκαταστάθηκε τα τελευταία 20 έτη της ζωής του.

Παναγής Βαλλιάνος

Οι απόδημοι Έλληνες του 19ου αιώνα χαρακτηρίζονταν από την δημιουργία πολιτιστικών και έμπορο-ναυτιλιακών δεσμών με τις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Εμφανίστηκαν οι εθνικοί ευεργέτες, οι φιλανθρωπικές προσφορές και πραγματοποιήθηκε η οικονομική – ηθική υποστήριξη στην πατρίδα σε πολύ δύσκολες εθνικές περιόδους.

Ο Ανδρέας Βαλλιάνος με τα δύο αδέλφια του Μαρή και Παναγή ίδρυσαν τη ναυτιλιακή και εμπορική εταιρεία “Vagliano Bros” και δημιούργησε τεράστια περιουσία. Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του το έδωσε σε φιλανθρωπίες και δωρεές υπέρ του ελληνικού κράτους. Η σπουδαιότερη εθνική δωρεά του, ήταν η προσφορά του – μαζί με τα αδέλφια του – για την κατασκευή και λειτουργία του καλλιμάρμαρου κτηρίου της «Εθνικής Βιβλιοθήκης» ή Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκης.

Ο Βίος του

Η έλλειψη επαρκούς αρχείου για τον Ανδρέα Βαλλιάνου, καθώς και αρχείου της οικογενειακής εταιρείας «Αδελφοί Βαλλιάνου», δημιουργεί προβλήματα στην έρευνα των έργων και των ημερών του Ανδρέα και των άλλων δύο αδελφών του Μαρή (1808-1896) και Παναγή (1814-1902).

Ο Ανδρέας Βαλλιάνος γεννήθηκε το 1827 στην Κεφαλονιά – κατά τα χρόνια της Αγγλικής κυριαρχίας στα Επτάνησα – και ήταν το μικρότερο από τα αγόρια, του συνόλου  των οκτώ (8) παιδιών των αγροτών και μικροκτηματιών, Αθανάσιου Βαλλιάνου και Κερασιάς Καμπίτση. Ειδικότερα, γεννήθηκε στις Κεραμειές Λειβαθούς της Κεφαλονιάς, που αποτελούσε σημαντικό ναυτότοπο του 19ου αιώνα. Από την περιοχή της Λειβαθούς κατάγονταν οι περισσότεροι και επιτυχέστεροι ναυτικοί και εφοπλιστές της Κεφαλονιάς του 19ου αιώνα.

Ο Ανδρέας δεν ήξερε γράμματα, αλλά γνώριζε να βάζει μόνο την υπογραφή του. Χαρακτηρίζονταν από ακούραστη εργατικότητα – δούλευε από τα χαράματα έως μεσάνυχτα. Είχε την επιτελική ικανότητα άμεσου ελέγχου της εξελικτικής πορείας των εργασιών της εταιρείας. Ήταν πανέξυπνος, διορατικός, τολμηρός, δραστήριος, ικανός στην επιλογή των υπαλλήλων – συνεργατών του, πιστός στην Ορθοδοξία, αισιόδοξος και λάτρης της Κεφαλονιάς, όπου όμως δεν επέστρεψε ποτέ!  

Διακρίνονταν για την εμπορική ιδιοφυία, την τόλμη στις επιχειρήσεις, την πρακτικότητα πνεύματος, την ακαταπόνητη φιλεργία και την άριστη εκτίμηση επιχειρησιακών καταστάσεων. Ο Ανδρέας, όπως βέβαια και τα αδέλφια του – Μαρής και Παναγής – ήταν τετραπέρατος Κεφαλλονίτης, που είχε τον απέραντο  θαυμασμό και τον μεγάλο σεβασμό των εμπόρων, πλοιοκτητών και συμπατριωτών του. Παρείχε βοήθεια και καθοδηγούσε με την πολύτιμη πείρα του, την ηθική υποστήριξη και την δύναμή του, σε όλους τους συνεργάτες του.

Ο Ανδρέας δημιούργησε πολυμελή οικογένεια. Παντρεύτηκε το 1850 την Ευφροσύνη, τη μικρότερη κόρη του Γεωργίου Μελά και αδελφή της Σμαράγδας Βικέλα, μητέρας του λογοτέχνη Δημητρίου Βικέλα. Η οικογένεια Μελά λειτουργούσε εμπορικό οίκο με υποκαταστήματα στο Ταϊγάνι, Λονδίνο και Μασσαλία. Η Ευφροσύνη ανέπτυξε έντονη φιλανθρωπική και πολιτιστική δράση. Ο Ανδρέας ήταν συγκριτικά περισσότερο συναισθηματικός και ευαίσθητος σε σχέση με τα άλλα του δύο αδέλφια. Έτρεφε υπέρμετρη αγάπη για τα παιδιά. Απέκτησε τέσσερις (4) γιους: τους Αθανάσιο, Χριστόφορο, Μαρίνο που εγκαταστάθηκε και σταδιοδρόμησε στο Παρίσι και τον Αλέξανδρο που έζησε και δραστηριοποιήθηκε στη Μασσαλία. Απέκτησε, επίσης, έξι (6) κόρες: Ελένη, Αικατερίνη, Ασπασία, Σοφία, Αγγελική, Μαρία. Σχεδόν, όλα τα παιδιά του παντρεύτηκαν με γόνους αστικών και πλούσιων οικογενειών. Οι γάμοι τότε πραγματοποιούνταν για οικονομικούς λόγους, ώστε οι πλούσιες οικογένειες να έχουν μεγαλύτερη επιρροή στην κοινότητα και να ελέγχουν την οικονομία, ισχυροποιώντας τους οίκους τους και διασπείροντας τα επιχειρηματικά, εμπορικά – ναυτιλιακά δίκτυά τους.

Ο Ανδρέας πέθανε βαθύπλουτος στις 2 Μαΐου 1887, σε ηλικία 60 ετών, πρώτος από τα τρία αδέλφια. Οι εφημερίδες της εποχής τον χαρακτήριζαν ως μεγάθυμο ευεργέτη, προστάτη ένθερμο των νέων που σπούδαζαν και αγνό φιλόπατρι. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο, στο κοιμητήριο του West Norwood, στην Οξφόρδη, στο Μαυσωλείο που ανέγειρε ο αδελφός του Παναγής, για να ενταφιαστούν όλα τα μέλη της οικογένειας Βαλλιάνου[1].

Η Πορεία του προς την Κορυφή του Παγκόσμιου Εμπορίου – Ναυτιλίας

          Ο Ανδρέας Βαλλιάνος (1827 – 1887), την δεκαετία του 1840, σε ηλικία περίπου 13 ετών, εγκατέλειψε την αγροτική του οικογένεια και μετοίκησε στο Αργοστόλι. Σύμφωνα δε με την παράδοση, έπεσε στη θάλασσα με τα ρούχα στον ώμο και ανέβηκε λαθραία σε ιστιοφόρο, το οποίο κατέπλευσε στο Ταϊγάνι της Μαύρης Θάλασσας, όπου δραστηριοποιούνταν εμπορικά ο μεγάλος του αδελφός, Μαρής, ήδη από το 1823-24. Κοντά στο μεγάλο αδελφό του, απέκτησε εμπειρίες ταξιδεύοντας ως ναύτης σε ιστιοφόρα του και πολύ γρήγορα ανέλαβε καπετάνιος στο ιστιοφόρο «Κεφαλονιά».

Άντον Τσέχωφ

         Όμως, σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Ανδρέας άφησε τη ναυτική ζωή, γιατί σύμφωνα με πληροφορίες, αν και ήταν άριστος καπετάνιος ήθελε να ακολουθήσει τα βήματα του μεγάλου του αδελφού στο εμπόριο και τη ναυτιλία. Εγκαταστάθηκε στο Ταϊγάνι[2] και ασχολούνταν με το εμπόριο, δίπλα στον Μαρή. Το Ταϊγάνι ιδρύθηκε το 1698 από τον Μεγάλο Πέτρο στο στόμιο του ποταμού Δον, στην Αζοφική Θάλασσα. Είναι η γενέτειρα πόλη του Ρώσου συγγραφέα Άντον Τσέχωφ[3]. Στο Ταϊγάνι ζούσαν περί τα μέσα του 19ου αιώνα περίπου 3.000 Έλληνες, δηλαδή το 10% του συνολικού πληθυσμού της. Το Ταϊγάνι μαζί με το Ροστόβ και το Αζόφ ήταν τα τρία σπουδαιότερα λιμάνια της Αζοφικής Θάλασσας, από όπου διεξάγονταν σημαντικές εξαγωγές: σιτηρών, χαβιαριού και άλλων προϊόντων. Αντίστοιχα πραγματοποιούνταν εισαγωγές από τον ελλαδικό χώρο: ελαιόλαδου, σταφίδας, κλπ. Οι Έλληνες άποικοι κυριάρχησαν τάχιστα στην οικονομία της περιοχής στα μέσα του 19ου αιώνα, ιδρύοντας σημαντικές εταιρείες, όπως οι Αδελφοί Σιφναίου, Αδελφοί Βαλλιάνου, Αδελφοί Ράλλη, Σκαραμαγκάς, Ροδοκανάκης, Αυγερινός, κ.α.

          Στο Ταϊγάνι διενεργούνταν η φορτοεκφόρτωση στα πλοία με ρυμουλκούμενες φορτηγίδες, καθόσον υπήρχαν αβαθή και τα πλοία αναγκάζονταν να είναι αρόδου 30 μίλια μακριά. Στις περισσότερες από τις φορτηγίδες ιδιοκτήτες ήταν Έλληνες απόδημοι που είχαν αναγκαστικά αποκτήσει την ρωσική ιθαγένεια. Εκεί, ο Ανδρέας,  εργάστηκε δίπλα στον Μαρή, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε πλοιοκτήτη μικρών σκαφών και μεγάλων ιστιοφόρων πλοίων, που πραγματοποιούσαν θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Η ενδοχώρα της Αζοφικής Θάλασσας είχε το απαραίτητο γόνιμο «μαύρο χώμα» για την παραγωγή των τεράστιων και άριστης ποιότητας ονομαστών σιτηρών της. Αυτό οφείλεται στα ευεργετικά αποτελέσματα των μεγάλων ποταμών Ντον – Βόλγα και των παραποτάμων τους, που διέσχιζαν την περιοχή. Μέσω των πλωτών αυτών ποταμών οι τεράστιες ποσότητες σιτηρών μεταφέρονταν με μαούνες στο ποτάμιο λιμάνι του Ροστόβ. Στη συνέχεια, με μικρά ιστιοφόρα μεταφέρονταν στο Ταϊγάνι, κατόπιν φορτώνονταν σε μεγαλύτερα ιστιοφόρα ή ατμόπλοια και τελικά κατευθύνονταν – πωλούνταν στις αγορές των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Αποκτώντας την αναγκαία εμπειρία, μαζί με τα αδέλφια του –Μαρή και Παναγή- δημιούργησε τον εμπορικό οίκο «Αδελφοί Βαλλιάνου», τον μεγαλύτερο στη Νότια Ρωσία. Ο μεσαίος αδελφός, ο Παναγής, έμεινε στην Κεφαλονιά και λίγο αργότερα μετοίκησε στην Ζάκυνθο, όπου ασχολούνταν με το εμπόριο κυρίως σιτηρών και την προώθηση των φορτίων στις αγορές της Ευρώπης, που έστελναν τα δύο αδέλφια του.

          Το 1849, κρίθηκε συμφέρον για την οικογενειακή τους επιχείρηση, να ανοίξουν υποκατάστημα – κέντρο διαμετακόμισης στην Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη ήταν κομβικό σημείο για τις εξαγωγές και εισαγωγές από και προς την Ρωσία. Αποτελούσε σημαντικό στρατηγικό γεωγραφικό σημείο για τα πλοία που ταξίδευαν τον Εύξεινο Πόντο και την Αζοφική, από και προς τη Μεσόγειο Θάλασσα και τον Ατλαντικό. Μέχρι και την δεκαετία του 1860 οι έμποροι στην Πόλη εμπορεύονταν διάφορα κυρίως ρωσικά προϊόντα προς την Ευρώπη και εισήγαγαν προϊόντα μεταποίησης από Αγγλία και Γαλλία, για να τα προωθήσουν στις αγορές της Ρωσίας και της Ασίας. Στην Πόλη λειτουργούσε επίσης μεγάλο χρηματοπιστωτικό κέντρο.

          Ο Ανδρέας εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1850 (23 ετών) και στην αρχή εμπορεύονταν δημητριακά, δημιουργώντας υποκατάστημα της εταιρείας του Μαρή στο Ταϊγάνι. Στη συνέχεια με την δημιουργία δικτύου των Βαλλιάνων, το υποκατάστημα του Ανδρέα έγινε εταιρεία με την ονομασία «Α. Α. Βαλλιάνος». Επιπρόσθετα, ανέπτυξε τις δραστηριότητές του και σε αγοραπωλησίες πλοίων. Τα πλοία του τα νηολογούσε στην Κεφαλονιά. Με το πρώτο του καράβι, μάλιστα, μετέφερε το 1848 ελαιόλαδο από τη Λευκάδα στο Ταϊγάνι για τον Μαρή, με τον καπετάνιο Γρηγόριο Βαλλιάνο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, το 1853, θεωρούνταν ο μεγαλύτερος εφοπλιστής της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα, ο Ανδρέας διετέλεσε από το 1864 μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής της «Ottoman Financial Association». Επίσης, υπήρξε σύμβουλος σε αρκετές ασφαλιστικές εταιρείες που ιδρύθηκαν στα Ιόνια νησιά.

          Με την ανάπτυξη όμως των σιδηροδρομικών δικτύων, που πρόσφεραν μεγαλύτερη ασφάλεια για τα εμπορεύματα και την αντικατάσταση των ιστιοφόρων από τα ατμόπλοια, που συντόμευαν τα δρομολόγια στο ένα τέταρτο του χρόνου, η αγορά της Κωνσταντινούπολης έχασε την δυναμική της. Το τελικό χτύπημα, επήλθε το 1876, με την πτώχευση του Οθωμανικού κράτους, οπότε και εξαφανίστηκε τελείως από τον παγκόσμιο εμπορικό – ναυτιλιακό χάρτη. Ο Ανδρέας το 1869 (42 ετών) , κατόπιν συναπόφασης των αδελφών του – Μαρή και Παναγή – εγκατέλειψε την Πόλη. Άλλωστε τις δεκαετίες 1850-1870 η Κωνσταντινούπολη είχε να αντιμετωπίσει σοβαρά οικονομικά – τραπεζικά προβλήματα, μετά το διεθνές δάνειο της Τουρκίας το 1860. Με την οικογένειά του μετοίκησε προσωρινά στο Ταϊγάνι, προκειμένου να σχεδιάσουν και να οργανώσουν, με τον Μαρή, την επέκταση του εμπορικού και ναυτιλιακού δικτύου τους, σε ασφαλέστερο και επικερδέστερο τόπο. Ποτέ όμως, αυτός και τα αδέλφια του, δεν διέκοψαν τις ιδιαίτερες σχέσεις που είχαν με τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης.

          Επιλέχθηκε η στρατηγική της ίδρυσης υποκαταστήματος στη Μασσαλία, η οποία  ως ένα δυναμικό λιμάνι της Δυτικής Μεσογείου, σπουδαίο εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο και κομβικό γεωγραφικό σημείο, θα βοηθούσε στον καλύτερο συντονισμό των εμπορικών δραστηριοτήτων του δικτύου τους. Η φημισμένη αυτή πόλη προσέλκυσε τον 19ο αιώνα αρκετούς δραστήριους Έλληνες, όπου δημιούργησαν ακμάζουσα ελληνική παροικία 400 περίπου ατόμων. Μετακινήθηκαν πρόσωπα και οικογένειες από Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Χίο και τις πόλεις της Μαύρης Θάλασσας. Ιδρύθηκαν περίπου 70 μεγάλοι ελληνικοί εμπορικοί – ναυτιλιακοί οίκοι, με σπουδαιότερους των Αδελφών Βαλλιάνου, Αδελφών Ράλλη, Ροδοκανάκη, Ζαρίφη και άλλων.

          Στη Μασσαλία ασχολήθηκε στην αρχή με τις εισαγωγές δημητριακών. Διοχέτευε τα σιτηρά του αδελφού του Μαρή, από το Ταϊγάνι της Μαύρης Θάλασσας στις αγορές της Ευρώπης. Αγαπούσε όμως ιδιαίτερα τις εφοπλιστικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες. Ως εκ τούτου δημιούργησε αξιόλογο εμπορικό στόλο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι την δεκαετία του 1870 ήταν πλοιοκτήτης ή εμπορεύονταν με 131 πλοία, την δεκαετία του 1880 ο στόλος του μειώθηκε στα 92 πλοία και την δεκαετία 1890 στα 25 πλοία. Η συνεχής μείωση των πλοίων του οφείλεται στο ότι ακολουθούσε στρατηγική αντικατάστασης των ιστιοφόρων του με ατμόπλοια. Υποκατάστημα της εταιρείας του «Α. Α. Βαλλιάνος και Υιοί», υπήρχε και στο Αργοστόλι, όπου το 1894 νηολόγησε το πλοίο «Κεφαλονιά».

Το επιχειρηματικό δίκτυο των Βαλλιάνων

         Οι αδελφοί Βαλλιάνοι ίδρυσαν ένα τεράστιο ναυτιλιακό επιχειρηματικό δίκτυο, με μεγάλη γεωγραφική επέκταση, για τη μεταφορά των σιτηρών στην Δύση. Χαρακτηρίζονταν για την καινοτομία τους στην διαχείριση και στο μάνατζμεντ. Μεταρρύθμισαν την διαχείριση των εμπορικών και ναυτιλιακών επιχειρήσεών τους, ώστε να συμπορεύονται και να καλύπτουν τις ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς. Συμμετείχαν στην ίδρυση της διεθνούς εμπορικής τράπεζας Αζόφ – Ντον, που έδινε σημαντικά αναπτυξιακά δάνεια ετησίως.

           Στην διαδικασία της εμπορίας ο Ανδρέας εφάρμοσε μία έξυπνη στρατηγική που ήταν σύστημα της εταιρείας των «Αδελφών Βαλλιάνου». Χρηματοδοτούσε συμπατριώτες του για απόκτηση πλοίων με αντίτιμο χαμηλό τόκο, αλλά με την δέσμευση να μεταφέρουν φορτία δικά τους, να προμηθεύουν τα εμπορεύματά τους με μειωμένη τιμή σε αυτούς και άλλες ευνοϊκές διαδικασίες για τους αδελφούς Βαλλιάνους. Διαβλέποντας δε την ανάγκη περαιτέρω επέκτασής τους αποφάσισαν την εγκατάσταση του μεσαίου αδελφού τους,  Παναγή, στο Λονδίνο για να οργανώσει γραφείο – πρακτορείο, κέντρο διαμετακομιστικό της οικογενειακής εμπορικής και ναυτιλιακής εταιρείας. Ως μέγιστοι στρατηγιστές, διείδαν τις μεγάλες ευκαιρίες που παρουσιάζονταν στο παγκόσμιο εμπόριο μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1858) και γι’  αυτό έκριναν ότι ο Παναγής (44 ετών), θα εκπροσωπούσε αποτελεσματικά τα συμφέροντα του οικογενειακού εμπορικού οίκου τους στο Λονδίνο.

          Οι Βαλλιάνοι, βασικά μέσω του Παναγή – γραφείο στο Λονδίνο – επέδρασαν καταλυτικά στο πέρασμα της ελληνικής ναυτιλίας από τα ιστιοφόρα στα ατμόπλοια. Το 1870 κατασκεύασαν στην Ρουμανία το πρώτο 144 τόνων ατμόπλοιο, που το ονόμασαν «Κεφαλονιά». Το 1880 είχαν το 1/5 των πλοίων του ελληνικού στόλου ατμόπλοιων. Στην δεκαετία του 1890 ο στόλος τους αποτελείτο από 20 ατμόπλοια. Ιδρύοντας το ναυτιλιακό γραφείο τους στο Λονδίνο, παρείχαν σημαντικές ναυτιλιακές υπηρεσίες στους Έλληνες καραβοκύρηδες. Χρηματοδότησαν έναντι προμήθειας τους Έλληνες καραβοκύρηδες για την προμήθεια των πρώτων τους ατμόπλοιων. Συμπερασματικά, το γραφείο του Λονδίνου πρόσφερε μεγάλο φάσμα υπηρεσιών στους Έλληνες εφοπλιστές, όπως χρηματοδοτήσεων, ναυλώσεων, ασφαλειών, ανεφοδιασμού καυσίμων και άλλα. Δικαιολογημένα οι Αδελφοί Βαλλιάνου θεωρήθηκαν οι στυλοβάτες της ελληνικής ποντοπόρου ναυτιλίας.

          Ο Ανδρέας δραστηριοποιήθηκε εξ αρχής και ως ναυλομεσίτης και πλοιοκτήτης. Αγόρασε ιστιοφόρα και όταν εμφανίστηκαν τα ατμόπλοια υπήρξε πρωτεργάτης της αγοράς τους, όπως και τα αδέλφια του. Προέβλεψε τα πλεονεκτήματα, όπως την οικονομία που θα προέρχονταν, τη μεγαλύτερη ταχύτητά τους που μείωνε στο ένα τέταρτο τον χρόνο ταξιδίου, την εξοικονόμηση κατανάλωσης γαιάνθρακα κατά τις πλόες, την εξοικονόμηση μεγαλύτερου χώρου για μεταφορά εμπορευμάτων, την ασφαλέστερη μεταφορά των φορτίων και παραμονή τους στα λιμάνια τους χειμερινούς μήνες αφού η σιδερένια κατασκευή τους θα πλήττονταν λιγότερο από τους πάγους.

          Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό των Βαλλιάνων είναι ότι έκτισαν με μεγάλα ναυπηγικά προγράμματα πλοία καινούργιας τεχνολογίας την δεκαετία του 1880. Πρώτοι αυτοί αγόρασαν ατμόπλοια, ακολουθώντας τη στρατηγική ναυτιλιακή ανάπτυξη των Άγγλων, προσαρμόστηκαν και επιβίωσαν στο διεθνές ναυτιλιακό και εμπορικό σκηνικό. Δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για την τεράστια βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνόκτητης ναυτιλίας από τότε μέχρι και σήμερα.

Το Κοινωνικό, Θρησκευτικό και Πατριωτικό του Έργο

          Ο Ανδρέας ζούσε πάντα ως απλός άνθρωπος. Συμμετείχε ατομικά ή ομαδικά και αδιαχώριστα με τα δύο αδέλφια του, ως «Αδελφοί Βαλλιάνοι», σε πολλές δωρεές και ευεργεσίες, υπέρ της Ελλάδος. Στις πόλεις της Κωνσταντινούπολης και της Μασσαλίας ανέπτυξε έντονη, όχι μόνο οικονομική, αλλά και κοινωνική και πολιτιστική δράση.

          Το σημαντικότερο είναι ότι υπήρξε πάντοτε υποστηρικτής των συμπατριωτών του και ιδιαίτερα των νέων, οι οποίοι κατέφθαναν στην Κωνσταντινούπολη ή αργότερα στη Μασσαλία ζητώντας πρόσληψη στα καράβια του ή ναύλωση των δικών τους πλοίων. Στην εταιρεία του χρησιμοποιούσε περισσότερο τους συμπατριώτες του Κεφαλλονίτες ως διαχειριστές των αποθηκών του, γραμματείς, πράκτορες και πληρώματα (ναύτες και πλοιάρχους) στα πλοία του.

          Στην Πόλη ο Ανδρέας ανέπτυξε αξιόλογο κοινωνικό έργο, το οποίο συνέχισε και όταν μετοίκησε στη Μασσαλία. Υπήρξε Δωρητής και τακτικό μέλος του «Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολης», ο οποίος δημιουργήθηκε το 1861 και αποτελούσε αξιόλογο πολιτιστικό και εκπαιδευτικό φορέα των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με βιβλιοθήκη και αρχείο, καθώς και άλλες σημαντικές πολιτιστικές δράσεις, όπως εκδόσεις, ίδρυση σχολείων, κ.α. Συγκεκριμένα, χρηματοδότησε τον ανωτέρω Σύλλογο το 1871 με 100 τουρκικές λίρες και συνέχισε να τον ενισχύει οικονομικά όλη την δεκαετία του 1870.

          Βοηθούσε πολλούς νέους να σπουδάσουν. Ενδεικτικά αναφέρεται η οικονομική στήριξη που παρείχε στον Γερμανό Καλλιγά (1844-1896). Ο Γερμανός, κατά κόσμο Γεράσιμος Καλλιγάς, γεννήθηκε στα Καλλιγάτα της Λειβαθούς. Το 1869 γράφτηκε στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Ο Ανδρέας ανέλαβε όλες τις δαπάνες των σπουδών του και συνδέθηκε μαζί του με παντοτινή φιλία. Γενικά, η σχέση του Ανδρέα με την Εκκλησία ήταν αδιατάρακτα στενή. Υπήρξε πιστός χριστιανός και υποστήριξε ηθικά και οικονομικά τους Πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης, ιδιαίτερα τον Πατριάρχη Γρηγόριο ΣΤ΄.

          Υπήρξε αγνός και φλογερός πατριώτης. Βοήθησε στον Αγώνα των Κρητικών το 1867. Διέθεσε τα πλοία του για την μεταφορά των Κρητικών σε άλλους ασφαλείς τόπους, και φρόντισε για τον επισιτισμό αρκετών κατοίκων της Κρήτης. Γεγονός που εξόργισε τους Οθωμανούς, με αποτέλεσμα να τον στοχοποιήσουν και να κινδυνεύσει η ζωή του.

          Εξαρχής εντάχθηκε στα ενεργά μέλη της ορθόδοξης εκκλησίας και της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης και της Μασσαλίας με ενεργή δραστηριότητα και αναλαμβάνοντας υπεύθυνες θέσεις. Πέραν της ηθικής και οικονομικής στήριξής του στην ορθόδοξη εκκλησία των ανωτέρω πόλεων, συμμετείχε ενεργά στην οικονομική διαχείριση, την επένδυση χρημάτων των κοινοτήτων σε χρεόγραφα, μετοχές και αγορές ακινήτων.

          Στη Μασσαλία υποστήριξε τον Γερμανό Καλλιγά, ο οποίος ιερουργούσε σε εκκλησία στην Αλεξάνδρεια και μερίμνησε για τον διορισμό του στην ορθόδοξη εκκλησία της Μασσαλίας. Μετέπειτα, για την κενή θέση του αρχιεπισκόπου Κεφαλονιάς, ο Ανδρέας τον υποστήριξε για την κατάληψή της. Η στήριξή του στον Γερμανό Καλλιγά συνεχίστηκε με αγάπη και σεβασμό. Στην εκκλησία δε της Μασσαλίας μερίμνησε να διοριστεί ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Ζυγαβηνός, πρώην καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

         Το 1872 προσέφερε 500 φράγκα για την μεταφορά των λειψάνων του Κοραή στην Ελλάδα και υποστήριξε οικονομικά την έκδοση των έργων του από το «Σύλλογο Φίλων του Κοραή». Το 1873, ως πρόεδρος των ερανικών Επιτροπών Μασσαλίας, συγκέντρωσε και απέστειλε 6.300 χρυσά φράγκα στην ελληνική κυβέρνηση, για την ανακούφιση των θυμάτων των καταστρεπτικών σεισμών της Θεσσαλίας. Το 1877 συμμετείχε, προσφέροντας σημαντικό χρηματικό ποσό, για τον έρανο που διεξήχθη σε ελληνικές παροικίες των πόλεων του εξωτερικού, για την οικονομική βοήθεια της πατρίδας. Το 1883 ανταποκρίθηκε στο ελληνικό δάνειο που συμμετείχαν και άλλοι πολλοί ελληνικοί εμπορικοί οίκοι του εξωτερικού, όπως των Ζαρίφη, Νεγραπόντη, Ροδοκανάκη, Ζαφειρόπουλου και άλλων.

Δεν έμαθε γράμματα, αλλά τ΄ αγαπούσε. Για το λόγο αυτό το 1884 έστειλε στην βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων πολύτιμα βιβλία ως συμπλήρωμα της παλαιότερης αποστολής του.

Το 1884 και το 1888, προσέφερε χρηματικό ποσό, μαζί με τα αδέλφια του, για την ανέγερση και λειτουργία του Γενικού Δημοτικού Νοσοκομείου Αργοστολίου. Έργο, το οποίο υλοποίησε ο αρχιεπίσκοπος Κεφαλονιάς Γερμανός Καλλιγάς. Στο ανωτέρω έργο συνέδραμαν και οι γιοί του, μετά τον θάνατό του, στη μνήμη του πατέρα τους. Το νοσοκομείο εξοπλίστηκε με τα τελειότερα, της εποχής, ιατρικά μηχανήματα και στελεχώθηκε με τους ικανότερους γιατρούς. Επίσης, συνεισέφερε με τα αδέλφια του στην ανέγερση εκκλησιών, ίδρυση Σχολείων ναυτικής εκπαίδευσης, τεχνολογίας και γεωργίας στο νησί τους.

          Το φιλανθρωπικό έργο του Ανδρέα Βαλλιάνου, συνέχισαν, μετά το θάνατό του, τα παιδιά του. Το 1902 συνέβαλαν στην ανέγερση σανατορίου για φυματικούς στην Κεφαλονιά.

Η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη

Το άγαλμα του Παναγή Βαλλιάνου έξω από την Εθνική Βιβλιοθήκη

         Η σημαντικότερη και ανεκτίμητη Εθνική Δωρεά των αδελφών Βαλλιάνου, υπήρξε η κατασκευή του καλλιμάρμαρου κτηρίου και η λειτουργία της «Εθνικής Βιβλιοθήκης», ή Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκης που αποτελεί αληθινό κόσμημα της Αθήνας. Το 1884, ο αδελφός του Παναγής, ως εκπρόσωπος των αδελφών Βαλλιάνων, προσέφερε στον τότε πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη το ποσό του ενός εκατομμυρίου φράγκων για την πραγματοποίηση του έργου. Τον Μάιο του 1885 ο Δανός αρχιτέκτονας Θεόφιλος Χάνσεν εκπόνησε τα σχέδια του νεοκλασικού κτιρίου της νέας Βιβλιοθήκης και ο μαθητής – συνεργάτης του Γερμανός αρχιτέκτονας Τσίλλερ  επέβλεψε και θεμελίωσε το κτήριο. Η ευθύνη του έργου, με εισήγηση των Βαλλιάνων, παραχωρήθηκε στην «Επιτροπή ανέγερσης της Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης», με πρώτο πρόεδρο τον πρωθυπουργό, Χαρίλαο Τρικούπη (1886-1991). Στις 16 Μαρτίου 1888 τέθηκαν σε πανηγυρική εκδήλωση τα θεμέλια του έργου, όταν όμως ο Ανδρέας είχε ήδη από το 1887 πρόωρα αποβιώσει.

          Μπροστά από την Βιβλιοθήκη, επί της οδού Πανεπιστημίου, στήθηκε υπερμεγέθης ανδριάντας του Παναγή Βαλλιάνου (2,60 μ.), ενώ υπερμεγέθεις ανδριάντες (ύψους 2 μέτρων) των αδελφών Μαρή και Ανδρέα, τοποθετήθηκαν στον πρόδρομο της Βιβλιοθήκης. Ο Ερνέστο Τσίλλερ δεν δέχθηκε για λόγους αρχιτεκτονικής αισθητικής την τοποθέτηση των τριών ανδριάντων στην είσοδο της Βιβλιοθήκης και προτάθηκε η τοποθέτηση του ανδριάντα του Παναγή, ο μόνος από τα αδέλφια που ζούσε τότε. Το έργο της κατασκευής της Βιβλιοθήκης περατώθηκε περί το 1903. Δυστυχώς όμως, τα τρία αδέλφια δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν και να παραδώσουν προσωπικά το αρχιτεκτονικό κόσμημα της Βαλλιανείου Βιβλιοθήκης στην ελληνική σπουδάζουσα νεολαία.  

          Η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη αποτελεί τμήμα της περίφημης Αθηναϊκής Τριλογίας νεοκλασικών κτηρίων: της Ακαδημίας Αθηνών και του πρώτου κτηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1903 αρχίζει η λειτουργία της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, όπου στεγαζόταν ακατάπαυστα μέχρι το 2017. Το 2018 η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος μεταφέρθηκε στις σύγχρονες εγκαταστάσεις στο Κέντρο Πολιτισμού του  Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου. Ο Σταύρος Νιάρχος, ως ένας άλλος σύγχρονος «Βαλλιάνος», συνέχισε το έργο των αδελφών Βαλλιάνων. Όπως ο Ανδρέας Βαλλιάνος, έτσι και αυτός, από το χώρο της ελληνικής ποντοπόρου εμπορικής ναυτιλίας προσέφερε στον ελληνικό πολιτισμό, τα γράμματα και τις τέχνες.

Επίλογος

          Η έμφυτη φιλοπατρία του Έλληνα εμπνέεται από την φιλοδοξία της προσφοράς στην ευρύτερη κοινότητα, η οποία τον ανέθρεψε και τον ανέδειξε. Στην κατηγορία αυτή ανήκε και ο Ανδρέας Βαλλιάνος, που μαζί με τα άλλα του αδέλφια – Μαρή και Παναγή – επί πολλά χρόνια βοήθησε οικονομικά την κοινωνία του νησιού της Κεφαλονιάς, δημιουργώντας υποδομές, νοσοκομείο, σχολές, κ.α. Με χρήματα των αδελφών Βαλλιάνων, κτίστηκε η Εθνική Βιβλιοθήκη ή Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη στην οδό Πανεπιστημίου, στην Αθήνα. Ευχής έργο είναι να υπάρχουν πάντοτε μιμητές των αδελφών Βαλλιάνων, που να διακρίνονται για την δημιουργικότητα και την προσφορά τους στην ελληνική κοινωνία.

          Ο Ανδρέας Βαλλιάνος υπήρξε δραστήριος και έξυπνος επιχειρηματίας και φιλάνθρωπος. Διακρίνονταν για τον πατριωτισμό του, την απαράμιλλη εργατικότητά του και το πνεύμα οικονομίας του. Από τους Έλληνες ιστορικούς χαρακτηρίστηκε ως μεγάθυμος ευεργέτης, προστάτης ένθερμος των νέων που σπουδάζουν και ακραιφνής πατριώτης. Η πίστη του στην Ορθοδοξία, η ελευθερία και η διατήρηση της ελληνικής κουλτούρας  υπήρξαν οι σταθερές αξίες του. Αυτός, μαζί με τ΄ αδέλφια του, διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στη στρατηγική μετάβαση της ελληνικής ναυτιλίας από τα ιστιοφόρα στα ατμόπλοια. Το υπερμεγέθες άγαλμά του στον πρόδρομο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, θα θυμίζει στους Έλληνες την τεράστια συνεισφορά του στην βιώσιμη ανάπτυξη του ελληνικού εμπορίου και στην εδραίωση της ελληνόκτητης ναυτιλίας στον παγκόσμιο εμπορικό στίβο.

          Αναγνωρίζεται από τους μελετητές της ιστορίας της ελληνικής ναυτιλίας, ότι το θαύμα της ελληνικής ναυτιλίας, πέραν των άλλων παραγόντων, οφείλεται στον Ανδρέα Βαλλιάνο και στ’ αδέλφια του, για το τιτάνιο έργο που κατέβαλαν στον δύσκολο για το ελληνικό έθνος, 19ο αιώνα.

Βιβλιογραφικές και Διαδικτυακές Αναφορές

  • Βαζαίος, Λάμπρος. (2020). Το Ταγκαρόνγκ που το λέγαμε «Ταϊγάνι», διατίθεται στο διαδικτυακό τόπο: (https://www.wordpress.com, 07-12-2020).
  • ΒΔ της 18 Αυγούστου 1886: «Περί Ανέγερσης της Εθνικής Βιβλιοθήκης».
  • Βιογραφία του Παναγή Βαλλιάνου, διατιθέμενη στο διαδικτυακό τόπο: (https://www.greekshippinghalloffame.org, 07-12-2020).
  • Γεωργαντά, Δ., Παναγιώτου, Γ., Βιδάκης, Ι. (2020). Ο Παναγής Βαλλιάνος. Ο Πατέρας της Ελληνικής Ναυτιλίας, Αθήνα.
  • Γεωργαντά, Δ., Βιδάκη, Ι. (2020). Αιγαίο Πέλαγος και «Ξύλινα Τείχη», Αθήνα, διατίθεται στο διαδικτυακό τόπο: (https://infognomonpolitics.gr/2020/11/aigaio-pelagos-kai-xylina-teichi/, 05-11-20).
  • Γεωργαντάς, Δ., Γεωργαντά, Ι.Θ. (2020). Μαρής Βαλλιάνος. Ο Ναπολέων του Ελληνικού Εμπορίου – Ναυτιλίας, Αθήνα.
  • Κληροδότημα «Παναγή Βαλλιάνου», διατίθεται στο διαδικτυακό τόπο: (https://www.gr, 07-12-2020).
  • Κολύμβα, Καδιώ. (2008). Η Πάνω Μεριά του Κόσμου, Αθήνα: Αρμός.
  • Κούτρα, Εύα. (2020). Η Καδιώ Σιγάλα, Αρχόντισσα της Ναυτιλίας, διατίθεται στο διαδικτυακό τόπο: (https://www.efoplistis.gr/pdf/EFpdf, 07-12-2020).
  • Μοσχονά, Παναγιώτα.. (2008). Παναγής Α. Βαλλιάνος. Από την Μυθοπλασία στην Ιστορία, Αθήνα: ΣΤ. ΚΑΡΟΥΣΟΣ.
  • Παπακωνσταντίνου, Κατερίνα. (2013). Ναυτιλία των Ελλήνων 1700-1821. Ο Αιώνας της Ακμής πριν από την Επανάσταση, επιμέλεια Τζελίνα Χαρλαύτη, Αθήνα: Κέδρος.
  • Παπαχρηστόπουλος, Αθανάσιος. (1914). Κληροδοτήματα, Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο.
  • Χαρλαύτη, Τζελίνα. (2001). Η Ιστορία της Ελληνόκτητης Ναυτιλίας, 19ος – 20ος αιώνας, Αθήνα.
  • Χαρλαύτη, Τζελίνα. (2020). Στην Κορυφή του Παγκόσμιου Στόλου 2: Η Διαμόρφωση της Διεθνούς Επιχειρηματικότητας των Ελλήνων, Αθήνα: Mathesis, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: (https://www.Mathesis.cup.gr, 07-12-2020).
  • Χαρλαύτη, Τζελίνα. (2020). Στην Κορυφή του Παγκόσμιου Στόλου 1: Ιστορία της Ναυτιλίας των Ελλήνων, 18ος – 21ος αιώνας, Αθήνα: Mathesis, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: (https://www.Mathesis.cup.gr, 07-12-2020).

[1] Υπήρχε επιθυμία και των τριών αδελφών Βαλλιάνου να ενωθούν πάλι στον ίδιο χώρο, τουλάχιστον μετά θάνατον!

[2] Ονομαζόταν Taganrog (Ταγκαρόνγκ) και σήμαινε «κέρας του Tagan – βουβαλιού». Η ονομασία αυτή δόθηκε λόγω του κερατοειδούς σχήματος της χερσονήσου.

[3] Ο Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ (29 Ιανουαρίου 186015 Ιουλίου 1904) ήταν Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και ένας από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σπούδασε και εργάστηκε ως γιατρός. Γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 1860 στην πόλη Ταγκαρόνγκ, στη Νότια Ρωσία. Σε ορισμένα θεατρικά του έργα παρουσιάζει και χαρακτήρες ανθρώπων της ελληνικής παροικίας του Ταϊγανίου, καθώς επίσης και σε κάποιο έργο του αναφέρεται ειδικότερα στον Μαρή Βαλλιάνο.